Λόγος περί των αγγέλων
Goethe, Rilke, Benjamin
Στέφανος Ροζάνης
Futura, 2005
Μέσα από αναφορές στον Goethe, τον Rilke και τον Benjamin,
αλλά και στα βιβλικά κείμενα και στο Ταλμούδ, ο Στέφανος Ροζάνης επιχειρεί ένα
Λόγο περί των Αγγέλων. Αλλά στην πραγματικότητα έναν λόγο για την
νεωτερικότητα, για την έκπτωση του ιερού ίχνους μέσα στο υποκείμενο του
νεωτερικού λόγου. Οι Άγγελοι ανήκουν, όπως υποστηρίζει, στη σιωπή του ονόματος
που αναγγέλλουν, μια σιωπή όμως που δεν σιωπά κι ένα όνομα που δεν
αναγγέλλεται. Ανήκουν σ' ένα πεδίο ζωής που αδιόρατο μόλις κι αχνοφαίνεται, σε
μια κεκρυμμένη πραγματικότητα, σ' ένα αδιάθετο Πραγματικό, σε μια ακρώρεια
αυτού του Πραγματικού, στην πιο αδύνατη δωρεά του. Ο λόγος τους έτσι αν και
φέρεται στην παλμικότητα των φτερουγισμάτων τους δεν εκφέρεται, δεν αποδίδεται
στη διαύγεια των λέξεων, στη δυνατότητα του λόγου. Είναι μια αδύνατη ομιλία,
ακόμη καλύτερα μια αδύνατη συν-ομιλία. Οι σιωπές τους, οι ελεύσεις τους, οι
μεταμορφώσεις τους, οι ονομασίες και οι ονοματοδοσίες τους έχουν να κάνουν μ'
αυτό το αδύνατο άγγελμα, με την αδύνατη αποστολή του ονόματός τους, μ’ αυτό το
όνομα που δεν εισακούεται, αλλά που υπάρχει όμως ακέραιο στην ομιλούσα σιωπή
τους, στο μη αναπαραστάσιμο ίχνος του, εν τέλει σ' αυτή την ίδια τη λήθη του.
Γιατί οι Άγγελοι δεν αναπαριστούν παρά αποκρύπτουν μόνο, διασώζουν την αλήθειά
τους σ' αυτή τη δι-αφάνεια της γλώσσας. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν αναπαύεται. Ο
άνθρωπος που θέλει συνεχώς να νοηματοδοτεί, να καταγράφει, να ξορκίζει αυτή τη
σιωπή των Αγγέλων και γι’ αυτό να εγκαθιδρύει την ιερή τους τάξη στον πειρασμό
των σημαινόντων, όπου οι Άγγελοι όμως δεν υπάρχουν.
Παραπέμποντας στον Schleiermacher ο Ροζάνης μιλά για ένα
σύμπαν γεμάτο «φτερά, μουσικές και αγγέλματα», για ένα σύμπαν όχι κατανόησης
αλλά κρυφακούσματος, αυτού του μυστικού ονόματος που μόλις κι αναγγέλλεται. Οι
άγγελοι γίνονται έτσι αυτές οι συμπαντικές δυνάμεις που μας κοινωνούν κάτι από
την ουσία του, απ' «την μόλις ακουστή φωνή της ψυχής του κόσμου». Αυτό το
ανώνυμο όνομα που αναγγέλλεται σιωπηλά και καθιστά αυτόματα ολόκληρο το σύμπαν
μια μυστική είδηση, μια σιωπή, που τελικά μπορεί και να ακουστεί, όχι μέσα από
ένα ενέργημα, αλλά μέσα από την αθώα συνενοχή μιας συμπαντικής συμφωνίας. Το
όνομα που μόλις και επί-κοινωνείται δεν καταγράφεται. Ο πειρασμός των Αγγέλων
θα είναι πάντα αυτός: να ενδώσουν στην αποκάλυψη του μυστικού, να υποχωρήσουν
στην εκκοσμίκευσή του, στην αναπαράστασή του, στη προσφορά του στην ισχύ των
σημαινόντων.
Οι φαουστικοί Άγγελοι του Goethe, είναι οι πρώτοι που θα
αναλάβουν την ιστορική τους δράση διανοίγοντας και τον κόσμο στη νεωτερική του
περίοδο. Ο λόγος τους μετεωρίζεται ανάμεσα στη δοξολογία του κυρίου και τη
δαιμονική ελευθερία του κόσμου. Μια δαιμονοπάθεια που εικονίζει τη δισυπόστατη
μοίρα του ανθρώπου, την ανελέητη σύγκρουση του με το καλό και το κακό. Είναι το
σφάλμα του ίδιου του Θεού, το σφάλμα της δημιουργίας. Η εξέγερση, η
δημιουργικότητα, η υποκειμενικότητα, η ίδια η γνωστική μας κληρονομιά, το
δαιμονικό στοιχείο που κατακρημνίζει τους Αγγέλους και εγκαθιδρύει τον αγγελικό
κόσμο στη τάξη του λόγου, των αναπαραστάσεων, σ’ αυτό που ο Jean Pierre
Lefebvre θα ονομάσει «εργασία του αρνητικού». Οι Άγγελοι εισέρχονται έτσι σ’
αυτό που εκ της φύσεως τους δεν τους ανήκει. Η σκηνή του Φάουστ είναι μια
εκπτωτική σκηνή, η εκπτωτική σκηνή του ανθρώπου και είμαστε ακόμη καθ
υπαγόρευσιν αυτής της σκηνής.
Στις Ελεγείες του Ντουίνο, του Rilke, οι Άγγελοι είναι
απολύτως εκκοσμικευμένοι. Δεν είναι πλάσματα του μυστικού αλλά δημιουργίες της
ποιητικής φωνής. Η σιωπή τους είναι αιτία της επίκλησης του ανθρώπου και όχι
του σιωπηλού τους αγγέλματος. Η ποιητική γλώσσα, η τέχνη γενικότερα, είναι μια
γλώσσα βουβή, γι αυτό και οι Άγγελοι στην ποιητική χειρονομία, εγγράφονται σε
μια αλλότρια σιωπή, σε μια σιωπή που δεν τους ανήκει. «Η προϊστορία τους», θα
πει ο Ροζάνης, «δεν επιζεί, δεν δονούνται από τις αμπώτιδες και τις πλημμυρίδες
των ειδήσεων και βυθίζονται έτσι στη βωβότητα του ποιήματος». Το ποιητικό ίχνος
διαγράφει την παρακμή του μυστικού, την μετουσίωσή του σε μια κοσμική μορφή, σε
μία γλώσσα του ανθρωπίνου, μια γλώσσα που φλεγόμενη δεν καίγεται αλλά
αναλίσκεται στο θάμβος της μοναδικής απώλειας του Έξω. Ο Rilke είναι η σκηνή
αυτού του πένθους, η σαγήνη του, η εκλειπτική της τελείωσής του.
Σ’ αυτή την εκπτωτική πορεία της εκκοσμίκευσης ο Angelus
Novus του Benjamin βρίσκεται στο κατώφλι της ιστορίας, ακριβώς σ' αυτό το
κατώφλι και με τη πλάτη του γυρισμένη στο άχρονο. Ο Άγγελος εδώ γίνεται μια
προσδοκία, μια προσδοκία του τέλους, βουβή και ακλόνητη, «μπροστά στη
καταστροφή, μπροστά στην επισώρευση των ερειπίων» (Benjamin). Μπροστά στο
πειρασμό των αναπαραστάσεων, των ονοματοδοσιών και των αγγελμάτων, όπου οι
Άγγελοι θα είναι πάντοτε στην βαθύτερη ουσία τους και στην πιο μύχια προσδοκία
μας, αυτό που ο Cacciari θα ονομάσει: «το μη είναι ποτέ τους». Ο Angelus Novus
στέκει σ' αυτή την απορία, στο μεταίχμιο μιας στιγμής, μετεωρίζεται, ανήσυχος,
δεν καθεύδει, είναι σε μια σιωπηλή εγρήγορση, σε μια κορυφαία αναμονή.
Επικαιροποιεί αυτό που έρχεται, που ήρθε, που είναι ήδη εδώ. Αυτόν τον
ερειπιώνα της Ιστορίας.
Ο πειρασμός των αγγέλων είναι και ο πειρασμός εν τέλει
του ίδιου του ανθρώπου μπροστά στην τελικότητα των αναπαραστατικών του εκδοχών,
στην επαληθευσιμότητα των φαινομένων, στη ασφυκτική δέσμευση των διερμηνεύσεών,
στη πραγμοποίηση των φωνών. Η γλώσσα που σιωπά θα είναι πάντα μια ανυπολόγιστη
αλλά και μια ανεπίδοτη μαζί δωρεά, μια απορία, μια ακρώρεια, μια ύστατη και
καίρια αναμονή.
Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη 5.6.2009
Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη 5.6.2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου