Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Χρυσόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Χρυσόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Ενσωματώσεις στη γη του θυμού


Χρήστος Χρυσόπουλος
Η γη του θυμού
Εκδόσεις Νεφέλη

   Η γη του θυμού, του Χρήστου Χρυσόπουλου, έρχεται μετά το Φακό στο στόμα και τη συνείδηση του πλάνητα. Μετά από μια σειρά δηλαδή χωρικών και πεζοπορικών εξιστορήσεων που συγκροτούν μια φαινομενολογική αντίληψη. Ένα κειμενολογικό πεδίο που διατίθεται στην αναμνημόνευση των σημείων του, στην τελετουργία του μυθοπλαστικού. Αυτή η εμπειρία του flâneur που διαγράφει την πόλη και την εμπειρία της στα εντοπισμένα αλλά κι ανεντόπιστα σημεία της συγκίνησής του. Η γραφή του flâneur είναι έτσι μια γραφή που διασταυρώνεται αλλά και που πάλι μένει ασύμπτωτη. Αυτή η μοναδικότητα της εμπειρίας και το ακοινώνητο της αλήθειάς της. Ο γεωγραφικός τόπος, και για την ακρίβεια ο μητροπολιτικός περίγυρος, που αποκαλύπτεται στις τελέσεις του. Ο flâneur που βλέπει, που ακούει, που εγκαταλείπεται σε ερεθίσματα, που μαγεύεται, που μνημονεύει στη λήθη κι αποτυγχάνει διαρκώς. Μια εμπειρία της ζωής, και του λόγου της, που διανοίγεται στη διαστροφή της, σ’ αυτή την αλλότητα του κατατεθειμένου της ίχνους. 

   Αφηγήσεις λοιπόν για τον Καθέναν και, εν τέλει, για τον Κανέναν, όπως θα πει ο Michel de Certeau, γι’ αυτόν τον αντιήρωα του καθημερινού, που στη διασπορά του αυτή, κάτι διασώζει αλλά και κάτι απολύει συγχρόνως. Και στα τρία αυτά βιβλία του Χρυσόπουλου, η αφήγηση εν-τοπίζει έναν κατ’ εξαίρεσιν λόγο, έναν λόγο που διακρίνεται και αποδίδεται στην καταγωγική του εκφορά, σ’ αυτή την πραγματικότητα του Καθενός, αλλά κι έναν λόγο που εκ-τοπίζεται στη σκηνή της γραφής, που ναι κι αυτή πάλι μια σκηνή διάσωσης, αλλά κι απώλειάς μαζί, αυτή η πραγματικότητα λοιπόν του Κανενός. Γιατί ο λόγος που έρχεται απ’ έξω, ο λόγος του δρόμου, και που επικάθεται πάνω σ’ αυτή τη σκηνή, δεν είναι ο ίδιος λόγος, και άρα εδώ διασκεδάζεται κάπως η σχετική ανησυχία του Koltès, αλλά είναι μια απόδοση αυτού του λόγου, μια εκ-δήλωσή του, αυτή η εσωτερικευμένη του αντήχηση. Είμαστε εγκλωβισμένοι λοιπόν μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα, μέσα στο λαγούμι της γλώσσας και δεν πρόκειται να βγούμε ποτέ έξω απ’ αυτό. 
   Η γη του θυμού είναι μια τεχνουργία του θραύσματος. Αποσπασματικές εκφορές που συντάσσουν όμως κι ένα ολοκληρωμένο συναίσθημα, μία συγκίνηση ακέραια, αλλά μαζί κι αυτόν το μετεωρισμό της. Στη γη του θυμού, η ολοποιητική προσδοκία της αφηγηματικότητας υποχωρεί μπροστά στην αλήθεια του ίχνους και στην γυμνότητα της εκφοράς του. Ένας ανθρώπινος ερειπιώνας που διασώζεται στις θραυσματικές του απεικονίσεις που ναι κι οι αποσπασματικές του αποκαλύψεις. Η κειμενοποίησή τους, συγκροτεί κι έναν αφανή, στα μάτια του αναγνώστη, μηχανισμό ενσωμάτωσης. Η γραφή που εξαιρεί αυτόν τον λόγο, τον χειραγωγεί κι όλας, ακόμη κι όταν αυτός μοιάζει αχειραγώγητος, όπως σ’ αυτό το βιβλίο, στην άρθρωση του κειμενικού του ίχνους. Η ζωή, ζώντων και τεθνεώτων, που εν-τυπώνεται στην αυτόματη διαδικασία της "λογοτεχνικής μηχανής κι αποδίδεται. Ο μηχανισμός αυτός ενσωματώνει έτσι τον έναν λόγο μέσα στον άλλον, το ένα μέσα στο άλλο, ώστε το ένα να γίνει το άλλο, η γραφή του, η αδύνατη δεξίωσή του. Απ’ το βιβλίο: «Σήμερα το πρωί οι δυο μας ξαφνικά ανταλλάξαμε σώματα. Έγινε στη μέση ενός καβγά. Δεν το καταλάβαμε. Η αλλαγή έγινε σε μια στιγμή. Έτσι όπως χτυπιούνται δυο άνθρωποι θυμωμένοι. Ενώ ήμαστε έτοιμοι να δεχτούμε ο ένας το χτύπημα του άλλου. Τη στιγμή ακριβώς που σήκωσα τη γροθιά προς το πρόσωπό της. Καθώς εκείνη έπεσε καταπάνω μου με τα δόντια σφιγμένα. Μερικά χιλιοστά προτού συγκρουστούν τα σώματά μας.  Ήταν σαν να σκοντάψαμε κάπου και να βρεθήκαμε ξάφνου ο ένας μέσα στο σώμα του άλλου. Σαν να πέσαμε στο απέναντι κορμί. Και για μια στιγμή ο θυμός μας ανταλλάχθηκε. 

ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Τι έγινε τώρα;
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Ρε συ; Είναι αλήθεια τώρα αυτό;
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Τι έγινε, ρε;
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Δεν το πιστεύω, ρε συ, αυτό, τι με πότισες, ρε μαλάκα;
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Ρε βλαμμένη, με βλέπεις; Τι βλέπεις, ρε; Για λέγε, τι βλέπεις;
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: ...
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Γαμήσου, σταμάτα!
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Θα σε σκοτώσω, ρε μαλάκα, με τα χέρια σου.
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Θα χύσεις;
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Σκάσε.
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: Με πνίγεις...
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Θα σε σκίσω.
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: ...
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Θα σε...
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: ...
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Θα σε γαμήσω, θα σε γαμήσω.
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: ...
ΕΚΕΙΝΗ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ: Θα σε γαμήσω.
ΕΚΕΙΝΟΣ / ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ: ...

Δεν ξέρω τι να πω. Μετά τα σώματα επέστρεψαν στους ιδιοκτήτες τους.  Ή μάλλον έγινε το ανάποδο. Το καθένα σώμα ήταν εκεί που έπρεπε. Ο μεγαλύτερος τρόμος ήταν για την αμφιβολία της κυριότητας του κορμιού. Για μια στιγμή μονάχα πανικοβλήθηκα. Ρώτησα τον εαυτό μου ποιος ήταν κι εκείνος μου απάντησε με τη δική μου φωνή. Το ασάλευτο σώμα ήταν εκείνη. Δεν μπορώ να καταλάβω αν υπήρξε όντως ηδονή ή βιασμός και από ποια μεριά».

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Απ’ το κατώφλι της γραφής


Χρήστος Χρυσόπουλος 
Φακός στο στόμα 
Εκδόσεις Πόλις 

   Το βιβλίο αρχίζει με το διασκελισμό ενός ορίου. Από το ακίνητο δώμα της γραφής ο συγγραφέας αφήνεται στην ανησυχαστική ροή των δρόμων. Μια ανθρωπολογική μετά-κίνηση που εκθέτει τα εγγεγραμμένα της ίχνη στις καταγωγικές της συν-κινήσεις. Το δώμα της γραφής υποχωρεί, που ‘ναι ένα δώμα φαντασμάτων, όπως το χαρακτηρίζει κι ο συγγραφέας, και μια άλλη σκηνή αρχίζει να αναδύεται, πάλι φαντασμάτων, αυτή της σύγχρονης Αθήνας, που εκθέτει όλα τα συμπτώματα του θανάτου της.
   Ήδη όμως βρισκόμαστε στις περιοχές του νοήματος. Ο αφηγητής του βιβλίου, ένας σύγχρονος flaneur, μια μπενγιαμική περίπτωση, που εγκαταλείπεται στις διαδρομές μιας τοπογραφίας, στη λευκότητα του διατιθέμενου της πεδίου. Λευκότητα, γιατί ο μπενγιαμικός πλάνητας δεν γοητεύεται από τα τοπία της μεγάλης μνήμης, απ’ τα ιστορικά frissons, αλλά από ένα περιβάλλον εγκαταλελειμμένο στα εξορφανισμένα του σημεία. Όπως ακριβώς και το σύγχρονο αθηναϊκό περιβάλλον όπου τα ιστορικά του ίχνη έχουν υποστεί και την μοναδική τους διάβρωση. Ένα θραυσματικό τοπίο διαθέσιμο τώρα στις χειρονομίες της επανανοηματοδότησης και επανασυγκίνησής του. Είμαστε ίσως στο πιο άγριο σημείο της ανθρώπινης μοναξιάς. Κι αυτή την ευεργεσία μόνο οι μεγαλουπόλεις τη διαθέτουν.
   Στα ίχνη αυτών των μοναδικών και αχαρτογράφητων διαδρομών, ο αφηγητής του βιβλίου καταγράφει και με μια φετιχιστική διάθεση, μια άλλη φαντασματοποιία, τα ισχνά ίχνη τώρα μιας γυμνής ζωής. Αφασικές οντότητες, αυτοί οι άστεγοι της Αθήνας της κρίσης, που αναλαμβάνουν στις πλάκες των πεζοδρομίων, την ίδια τη γυμνότητα του βίου τους, την απόλυτη και οριακή τους εκθετότητα. Ανθρώπινες υπάρξεις που διέσχισαν κι αυτοί ένα κατώφλι για την πύρινη ζώνη της αδιαφορίας. Μέσα από τις περιγραφές του Χρυσόπουλου, αυτές οι ανθρώπινες σκιές δεν μοιάζουν παρά με κινούμενες φαντασματικές υπάρξεις, όμοιες με αυτές του δώματος των ομοιοτήτων, αυτού του δώματος της γραφής, που ο συγγραφέας αποφάσισε κάποια στιγμή να αποχωριστεί.
   Αλλά μάταια, η «συγκινησιακή καταβύθιση» που θα αναζητήσει σ’ αυτή την αστική του περιπλάνηση θα τον οδηγήσει και πάλι σ’ ένα φασματικό  περιβάλλον, σε μια αδιαφανή τοπο-γραφία, αδιάθετη και μοναδική. Οι υπάρξεις τις οποίες συναντάει ο Χρυσόπουλος στο δρόμο του είναι εξ ολοκλήρου αφηγηματικά συμβάντα. Εγέρσεις απ’ αυτές τις συμβαντικές ρηγματώσεις της ζωής που αφήνουν ένα ίχνος κυριολεκτικά αδιανόητο και αστόχαστο. Μια γυμνή ζωή που καταγράφεται πάνω σ’ αυτά τα «αδειανά στρωσίδια» των πεζοδρομιών. Γιατί η θέση του άστεγου είναι στην πραγματικότητα μια μη θέση.
   «Μόλις δουν άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σαν να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς μια στιγμή. Δεν ξέρω γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. Είσαι ασφαλής μόνο όταν είσαι όρθιος, για όσο μπορείς να σταθείς όρθιος και να περπατάς. Μόνο σε κίνηση», λέει ο άστεγος πρωταγωνιστής του βιβλίου. Αναίσθητα και αδιάγνωστα σώματα, περιφερόμενες σκιές, «ορφανές λέξεις», που μαζί μ’ αυτά τα αδειανά μαγαζιά, τους εγκαταλελειμμένους χώρους, τους έρημους δρόμους της νύχτας, εκθέτουν έναν «αινιγματικό ορίζοντα γεγονότων», ένα «κενό νόημα», αυτό το οριακό ίχνος μιας αστικής εμπειρίας που εγκαταλείπει και την αφήγηση σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο της απορίας της.
   «Η συνείδηση της γραφής», λέει ο Χρυσόπουλος, «είναι η άγνοια στη στιγμή και στο χώρο όπου γράφεις. Η συνείδηση της περιπλάνησης είναι η άγνοια στη στιγμή και στο χώρο που βαδίζεις». Αυτή η ασυνείδητη στιγμή ενός αναστοχαστικού σημείου όπου όλες οι καταγραφές αυτής της περιπλάνησης εκτρέπονται κι επικεντρώνονται στο ίχνος της μυθοπλαστικής της διάρκειας. Είναι το ίχνος ενός Πραγματικού που φέρουν πάνω τους τα ίδια τα πράγματα. «Καθώς κοιτούσα τα βήματα των περαστικών στάθηκα στα γυμνά πόδια ενός άντρα μέσα στα παπούτσια του. Τυλιγμένα με κουρέλια αντί για κάλτσες. Περίμενε να αλλάξει το φανάρι για να διασχίσει το δρόμο. Οι προβολείς κάποιας διπλανής βιτρίνας φώτισαν μια πληγή στον αριστερό του αστράγαλο και το μυαλό μου έτρεξε στα παπούτσια του Βαν Γκονγκ και σ’ εκείνη τη διαμάχη ανάμεσα στον Χάιντεγκερ και τον Σαπίρο (με την αμφιλεγόμενη μεσολάβηση του Ντεριντά)... Ο συνειρμός ξεκίνησε από ένα έργο τέχνης για να καταλήξει σε ένα ζευγάρι αληθινά παπούτσια. Να λοιπόν, που με αυτή την αφορμή επέστρεψε η ίδια σκέψη: όσο και αν συμπλέκονται η ζωή και η τέχνη δεν είναι ποτέ ανταλλάξιμες». Είναι αυτό το τραύμα που εμφιλοχωρεί σε όλες τις όψεις της πραγματικότητας, η εκκεντρική πλευρά των πραγμάτων, η επιδείνωσή τους, όπως θα έλεγε ο Baudrillard.
   Η περιπλάνηση δεν είναι παρά μια περιπλάνηση πάντα στον τόπο του άλλου. Ο συγγραφέας εξέρχεται από το δώμα της γραφής όχι για να καταγράψει την πραγματικότητα γύρω του, αλλά για να αναλάβει αυτό το όνομα του άλλου. Ένα αινιγματικό όνομα που είναι κι η σιωπή μαζί όλων των φωνών. Αυτό το τραύμα στον αστράγαλο, το αδειανό στρωσίδι του πεζοδρομίου που διαθέτει και το ίχνος της γραφής. «Γράφω αυτό που περπάτησα», ακούμε να λέει κάποια στιγμή ο αφηγητής του βιβλίου. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό που καταγράφει δεν είναι εικόνες ή εντυπώσεις του αλλά τα διεστραμμένα ίχνη αυτών των διαδρομών που εκτρέπονται τώρα στην προοπτική της μυθοπλαστικής τους αφήγησης. Τα ίχνη του άλλου γίνονται αυτόματα τα ίχνη της δικής του γραφής. Γιατί ο συγγραφέας-διαβάτης μπορεί να κινείται στον Τόπο αλλά στην πραγματικότητα περιπλανάται στον Χώρο. Θύμα αυτός της λέξης, που δεν εδράζεται τόσο στο ίδιον των πραγμάτων, όσο στην έκταση της αμφισημίας τους. Η γραφή του αναγνωρίζεται έτσι ως μια μυστική εμπειρία στα όρια αυτή της χωρικότητας, μιας ανθρωπολογικής μάλιστα χωρητικότητας που εν-τοπίζεται στην εμπειρία μόνο του ανεντόπιστου. Από εδώ και το υπαρκτικό της στερέωμα αλλά κι η μοναδικότητα του βάθους της. Η αφήγηση έτσι είναι αυτό το κατώφλι που δρασκέλισε ο συγγραφέας στην αρχή. Κάθε βήματα του μέσα στον κόσμο θα ’ναι από εδώ και πέρα και μια διαδικασία απεδαφικοποίησης. Θα ’ναι οι λέξεις που θα εξαχνώνουν, θα μεταβάλλουν και θα μεταθέτουν τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, σ’ αυτό που ο Michel de Certeau θα ονομάσει «χωρικοποιούσα φρενίτιδα», σε μια ατελεύτητη δηλαδή διαδικασία κειμενοποίησης του κόσμου, σε μια διαρκή τέλεση πένθους. Είναι τότε αυτό το όνομα του άλλου, που θα γίνει εδώ ένα ανώνυμο όνομα, μια πληθυντική ενικότητα που θα δεξιωθεί όλα τα ονόματα των άλλων, τώρα κι αυτό το μοναδικό όνομα του συγγραφέα.
   Σαν να μην έγινε έτσι ούτε ένα βήμα μέσα στον κόσμο, σαν αυτό το βήμα να ήταν η ύπαρξη και μόνο αυτού του κατωφλιού, η θέα του Έξω του. Η δυνατότητα της γλώσσας να εκτρέπεται πέρα απ’ το κατώφλι της και σαγηνευόμενη να επιστρέφει στη πρωταρχική και αμετακίνητη θέση της. Γιατί η μόνη καταφυγή του συγγραφέα, απ’ αυτή την υποτιθέμενη περιπλάνηση του μέσα στον κόσμο, είναι και πάλι, αλλοίμονο, το δώμα των ομοιοτήτων του, ο περίκλειστος χώρος των λέξεών του. «Και έτσι όταν βρέθηκα ξανά πίσω στο δωμάτιο της γραφής, η Αθήνα άρχισε να σχηματίζεται εντός μου ως η εντύπωση ενός τρίτου προσώπου που γύρισε από μια βόλτα στους δρόμους της. Εγώ αισθανόμουν σαν να μην είχα – ούτε στιγμή- εγκαταλείψει το δωμάτιο μου». Η γραφή, αυτή η μυστική ιδιοποίηση του κόσμου, η ποιητική του πραγμάτωση και η επανεύρεση του ως Άλλο.

Πρώτη δημοσίευση: Η Αυγή, 15.7.2012.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Οι κρυπτωνυμίες της γραφής



Χάρης Βλαβιανός, Χρήστος Χρυσόπουλος
Διπλό όνειρο της γραφής
Εκδόσεις Πατάκης

Πως γράφεται ένα βιβλίο από κοινού; Πως συντονίζονται και συνεργάζονται δυο σκέψεις πάνω στο σχέδιο μιας γραφής; Το «Διπλό όνειρο της γραφής» είναι ένα σχετικό εγχείρημα. Η από κοινού χειρονομία του ποιητή Χάρη Βλαβιανού και του πεζογράφου Χρήστου Χρυσόπουλου, να προσυπογράψουν έναν θραυσματικό κείμενο πάνω σ’ αυτό το θαμπό ίχνος της γραφής. Μια από-καλυπτική «συνομιλία» που διατρέχει όλη την κλίμακα της λογοτεχνίας, από την οντολογία της γραφής της, τις κρυπτωνυμίες και τις αναφορικές της καταβολές, κειμενικές πάντα παρά ζωικές, έως αυτή την πανουργία του συγγραφέα, την κατάκτηση του ύφους του και την αμφίσημη σχέση του με την πραγματικότητα και την εποχή του. Μια διπλή υπογραφή που αφήνει στις σελίδες της έναν μονοφωνικό λόγο, μια περιπλανώμενη ενικότητα, που εγείρει όμως κι άλλες φωνές κι άλλες υπογραφές, ένα πολυφωνικό, εν τέλει, λόγο, ένα διαλογικό, διακειμενικό κείμενο, αυτό το ιερό καθεστώς της συνυπογραφής, να συνυπογράφεις τον συσσωρευμένο απόθεμα, να χειρονομείς σ’ αυτό το παλίμψηστο σώμα της γραφής και όπου παρά τις συνυπογραφές του αυτό να μένει πάντα ενικό και ανοίκειο.

«0.0
«Σε τι χρησιμεύει να λογομαχούμε με το μηδέν;» (Εμίλ Σιοράν).
0.1
«Το ζήτημα με το μηδέν είναι ότι αποδυκνείεται άχρηστο στην καθημερινή ζωή. Κανείς δεν βγαίνει στην αγορά να αγοράσει μηδέν ψάρια. Είναι κατά καποιον τρόπο το πιο καλλιεργημένο απ’ όλα τα σημεία – η χρήση του έγινε αναγκαία από τις αφηρημένες έννοιες της σκέψης» (Άλφρεντ Νορθ Γουατχεντ).
0.1.1
«Το μηδέν είναι το πιο εκλεπτυσμένο και υπέροχο καταφύγιο του πνεύματος – σχεδόν ένα αμφίβιο ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία» (Γκοτφριντ Λάιμπνιτς)
0.1.2
«Σε μια αξιωματικά οργανωμένη θεωρία θα υφίσταται πάντα ορισμένες προτάσεις, οι οπόιες δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς ή ψευδείς χρησιμοποιώντας τους κανόνες και τα αξιώματα της ίδιας της θεωρίας» (Κουρτ Γκαίντελ, 1ο Θεώρημα της Μη Πληρότητας)
0.2
Κάθε λόγος είναι εγκλωβισμένος μέσα στην αυξομείωση των βαθμών: «Γράφω». Αυτός είναι ο πρώτος βαθμός.
0.2.1
Κατόπιν: «Γράφω ότι γράφω». Αυτός είναι ο δεύτερος βαθμός.
0.2.2
Μα πριν απ’ τη γραφή, ο «βαθμός μηδέν» της γραφής: η γραφή που είναι πάντοτε ήδη παρούσα.»

Όταν μιλάς για την γραφή αναγκαστικά ξεκινάς τις σκέψεις σου απ’ το μηδέν, το μηδέν που αριθμεί και το πρώτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου. Αυτή η μηδενική θέση της γραφής πάνω στο σώμα του Πραγματικού, το μετέωρο ίχνος της.  Μια γραφή που γίνεται η ανάμνηση του εαυτού της, η πιο αδύνατη εκφορά του Είναι της. Η  σκηνή της έκλειψης του κόσμου αλλά και η «πανούργα» μαζί δεξίωση της απουσίας του. Παραφράζοντας μάλιστα μια ρήση του Μπαρτ, που ακούγεται, κι όταν δεν ακούγεται, μέσα στο βιβλίο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η λογοτεχνία αντιγράφει αυτό που είναι ήδη απωλεσμένο. Ό, τι απομένει είναι η διακειμενικότητα, αυτό το συμπαντικό στερέωμα της γραφής, όπως αυτός ο διάφανος ορίζοντας της θάλασσας που συνέχει και διεγείρει πάντα, όλα τα τοπία της Ντυράς. Είναι αυτή η «παραβατικότητα της λογοτεχνίας», η ομιλούσα σιωπή του κόσμου, το κατοπτρικό του ίχνος, η επιστροφή των εξαρνημένων του λέξεων, το αδύνατο ίχνος τους επί χάρτου. «Ο χώρος της λογοτεχνίας», έλεγε ο Μπλανσό «είναι ο χώρος της καταστροφής», «το τέλειο έγκλημα» του Μπωντριγιάρ.  

«10.1
Λέμε (ακολουθώντας πάλι τα χνάρια του Έλιοτ): «Ο ποιητής πρέπει να είναι πορτοφολάς, όχι διαρρήκτης» και αμέσως κατανοούμε ότι εδώ υπονοείται μια θεωρία της λογοτεχνίας.
10.1.1
Η γραφή (τώρα που δεν τίθεται πια ζήτημα πρωτοτυπίας) συχνά παρομοιάζεται με κάποιο έγκλημα ή παρεκτροπή. Είναι: κλοπή, αντιγραφή, απάτη, τυμβωρυχία, πλαστοπροσωπία, ψευδομαρτυρία κλπ.
10.1.2
Αντιστοίχως οι συγγραφείς καθίσταται: κλέφτες, αντιγραφείς, απατεώνες, τυμβωρύχοι, υποκριτές, ψευδομάρτυρες κλπ.
10.1.2.1
Όπως λέει και ο Γέητς στον Ερημίτη του: ‘Είμαστε όλοι καταδικασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα’».

Η λογοτεχνική γλώσσα δεν είναι έτσι μια θριαμβεύουσα γλώσσα, μια αποκαλυπτική συν-κίνηση, αλλά μια αληθινή απορία, μια επιδεινούμενη κρίση. Θεμέλιο του έργου δεν είναι το κυρίαρχο νόημα του, αλλά αυτό το απορημένο Είναι του δημιουργού του. Δεν είναι έτσι η «ανάγκη για γράψιμο» που γεννά το έργο, ούτε το ταλέντο του δημιουργού του, αλλά ούτε κι’ αυτή η ακριβή επίσκεψη της έμπνευσης, «η Μούσα έχει πάψει να κάνει ‘κατ’ οίκον επισκέψεις’», αλλά αυτός ο προγενέστερος Άλλος, ο ήδη παραδεδομένος λόγος, οι προδιαθέσιμες λέξεις του, προδιαθέσιμες ήδη στο ανείπωτο, αυτή η διαρκής τους συσσώρευση, η γονιμότητα τους, η επαναδιέγερσή τους. Ο συγγραφέας έτσι παραδίδεται στην κυριαρχία αυτού του πρότερου λόγου, τον αποδέχεται, τον δαπανά, τον μεταθέτει, τον εκμεταλλεύεται ανενδοίαστα. Η λογοτεχνία ως ένας ενεργοπαθητικός ερωτισμός. Αφήνομαι να ενεργήσω πάνω σου. Ένα έργο πάντοτε εν εξελίξει, κυριολεκτικά ελευσόμενο. Ένα «Είναι» ανιστορημένο στην διάρκεια αυτής της καταγωγικής του Απορίας. Γι’ αυτό και η «αλήθεια» του, θα είναι πάντα και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο του, αυτή ακριβώς η δι-αφάνεια του νοήματός του, το «σιωπηλό του κενό», [Μπλανσό].

«18.1
Θέση πρώτη: «Δεν υπάρχει έργο που να μην στρέφεται κατά του αυτουργού του» (Εμίλ Σιοράν).
18.1.1
Το ποίημα θα συντρίψει το ποιητή
18.1.2
Το σύστημα, τον φιλόσοφο.
18.1.3
Η πράξη, τον άνθρωπο της δράσης.
18.1.4
Καθετί που πριν θεωρούνταν χρήσιμο ή ωραίο, φαντάζει ξαφνικά περιττό και άχρηστο και καταστρέφεται χωρίς ενδοιασμό.»

Η γραφή είναι ο «εχθρός του ποιητή». Υπονομεύει τον δημιουργό της και το έργο του. Τους εξωθεί και τους δύο στις ακρώρειες μιας τελικής διακινδύνευσης. Είναι αυτός ο κενός πυρήνας του έργου, το αδιατάρακτο σημείο του, ό, τι έχει κατανοηθεί, έστω και λανθασμένα, ως η μοναξιά του ποιητή. Είναι το έργο που κλείνει μέσα του την απουσία, την απουσία και αυτού του ίδιου του δημιουργού του, όταν αυτός προσέρχεται σ’ αυτό για να καταφύγει στον εαυτό του και βιώνει εκεί την πιο οριακή του μοναξιά. Αυτή ακριβώς η απουσία του έργου που καθίσταται πλέον και η αιώνια ουσία του. Η γραφή έτσι δεν είναι η α-λήθεια του κόσμου αλλά η λήθη του, η εκτροπή του στη σκηνή της σαγήνης. Είμαστε ήδη όμως στο εσωτερικό των πραγμάτων, στη μέσα όψη του κόσμου. Η σκηνή της σαγήνης γίνεται έτσι η σκηνή του θανάτου. Έχει δίκιο η Κρίστεβα: «όποιος έρχεται αντιμέτωπος με την λογοτεχνία κινδυνεύει να μείνει στον τόπο».

«30.2
Αυτές οι σκέψεις είναι το ίχνος του μολυβιού.
30.3
Οι σκέψεις το ίχνος του μολυβιού.
30.4
Το ίχνος του μολυβιού,
30.5
Του μολυβιού.»

Εν τούτοις ο συγγραφέας γράφει, γράφει αυτό το «ίχνος του μολυβιού», όταν το άλλο χέρι, το χέρι που δεν γράφει, όπως λέει ο Μπλανσό, πετά το μολύβι που γράφει και μένει μόνο του αυτό το ίχνος του μολυβιού, στη μοναξιά όμως τώρα της αφαίρεσης του, της αφαίρεσης του απ’ αυτή την ατέρμονη κυκλοφορία του λόγου. Μένει  το ίχνος μόνο αυτής της αποσπασματικής του καθήλωσης, στη συγκεκριμένη, ατελή και αναμένουσα δομή του βιβλίου.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 16.10.2010.