Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Judith Butler. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Judith Butler. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Ο εαυτός στο τόπο του άλλου



Τζούντιθ Μπάτλερ
Λογοδοτώντας για τον εαυτό
Μετάφραση: Μιχάλης Λαλιώτης
Εκδόσεις Εκκρεμές

Ο εαυτός δεν ανήκει στον εαυτό του, ανήκει στον άλλον, είναι του άλλου. Ανήκει στη σκηνή που ο άλλος τού εγείρει, στη σκηνή της απεύθυνσής του, όταν ο άλλος μου απευθύνεται, όταν γυρεύει και τα δικά μου λόγια. Είναι μάλιστα αυτή η γλωσσική σκηνή που καθορίζει την οντολογία μου, την ίδια την υποκειμενοποίησή μου. Εξιστορούμε τον εαυτό μας απολογούμενοι τις περισσότερες φορές γι' αυτό το σκοτάδι που μας συγκροτεί. Είναι μάλιστα αυτό το σκοτάδι, αυτή η «αδιαφάνεια του εαυτού», που διανοίγει και τον ορίζοντα των ηθικών μας σχέσεων, την ποιότητα και το εύρος αυτής της κοινωνικότητάς μας. Είμαι ο εαυτός μου όταν διατίθεμαι στον άλλον, όταν ανταποκρίνομαι στο κάλεσμά του. Μια μετοχή στο ουδέτερο ενός εξωτερικού, κοινού εντέλει, εαυτού. «Το υποκείμενο», λέει ο Lacan, «είναι υποκείμενο μόνο λόγω του γεγονότος ότι υπόκειται στο πεδίο του Αλλου». Η σκηνή έτσι του υποκειμένου είναι μια σκηνή έκστασης. Ο εαυτός υπάρχει μόνον όταν είναι εκτός εαυτού, όταν βρίσκει τη θέση του στην ουδέτερη σκηνή της απεύθυνσής του.
Στο «Λογοδοτώντας για τον εαυτό» και μέσα σ' ένα πνεύμα φιλοσοφικής συμβίωσης και συμφιλίωσης η Τζούντιθ Μπάτλερ επιχειρεί να ιχνογραφήσει όλες αυτές τις αδιόρατες προϋποθέσεις. Εκκινώντας από τη θέση του Adorno ότι οι ηθικές διερωτήσεις διατυπώνονται στο περιθώριο που αφήνουν οι αποσυρόμενες συλλογικές ηθικές, οικουμενικές εξιδανικεύσεις που δεν ανιχνεύονται στις προσδοκίες του ατομικού, η Μπάτλερ διατυπώνει εξαρχής αυτή την καταγωγική κοινωνικότητα του Εγώ, την εμπλοκή του σε μια αφήγηση που τελικά το υπερβαίνει. Η αφήγηση του Εγώ είναι δυνατή μόνο στον ορίζοντα που του διανοίγει αυτή η σκηνή του άλλου. «Το Εγώ» είναι, όπως λέει χαρακτηριστικά, «μια κοινωνική θεωρία», μια υποκειμενικότητα εγκαταλειμμένη στο σχεσιακό της περιβάλλον. Η όποια αρνητική διαλεκτική τού συλλογικού που εδραιώνει το Εγώ, δεν μπορεί να αποκρύψει το οντολογικό πλαίσιο που συνδιαμορφώνουν οι ηθικές νόρμες του εξωτερικού για το υποκείμενο. Το υποκείμενο έτσι διατίθεται εξ ολοκλήρου στις «σκηνές της απεύθυνσής» του, σ' αυτή την υπόσχεση του άλλου.
Η απεύθυνση του άλλου με καθιστά ορατό, ταυτοποιεί την αδιαφάνειά μου, με βγάζει έξω από τα σκοτάδια τού είναι μου. Γίνεται έτσι αυτός ο άλλος η ίδια η εκκεντρικότητά μου, η απαρχή όλων μου των σκέψεων μέσα στον κόσμο. Η αυθεντικότητα όμως αυτής της μοναδικής σχέσης τού «Εγώ» με το Εσύ» υπονομεύεται, σύμφωνα με την Μπάτλερ, από την απροσωπία που έχουν οι νόρμες, που είναι εντέλει και αυτές που καθορίζουν το παιχνίδι. Έτσι η Μπάτλερ δείχνει να προσεγγίζει περισσότερο την «ανωνυμία των κανόνων» του Φουκώ. «Η ικανότητα ενός υποκειμένου», λέει χαρακτηριστικά, «να αναγνωρίσει και να αναγνωριστεί παράγεται από έναν κανονιστικό λόγο του οποίου η χρονικότητα δεν είναι η ίδια με αυτή μιας πρωτοπρόσωπης προοπτικής». Αυτή μάλιστα η ανοικτότητα του ερωτήματος της αναγνώρισης, αυτή η αδιαφάνεια της ταυτότητας της δικής μας ή των άλλων, είναι για την Μπάτλερ και η μοναδική μας ευκαιρία απέναντι στη ζωή. Όσο το ερώτημα «Ποιος είσαι;» τελεί σε μια διαρκή απορία τόσο η λακανική επιθυμία αυτού του ανεντόπιστου υπάρχειν μπορεί και παραμένει δυνατή.
Η σκηνή της ψυχανάλυσης είναι για την Μπάτλερ μία ακόμη σκηνή απεύθυνσης. Η «αυτοαποκαλυπτική ομιλιακή πράξη» αναδύει ένα σχεσιακό περιβάλλον μοναδικής εμβέλειας. «Το Εγώ», όπως λέει χαρακτηριστικά, «αφηγηματοποιείται, αλλά επίσης κατατίθεται και αρθρώνεται στο πλαίσιο της σκηνής της απεύθυνσης», γίνεται έτσι μια δυνατότητα γλώσσας, μια «δομή απεύθυνσης», που μου επιτρέπει να εξιστορήσω τον εαυτό μου, πάντα καθυστερημένα και φαντασματικά, όπως θα πει ο Λακάν, αλλά και να ακούσω εντός μου αυτή την απεύθυνση του άλλου, το εγερτήριο κάλεσμά του. Ένα εντός όμως που δεν μου ανήκει, που είναι ήδη αλλού. Η περιβόητη αυτοκυριαρχία μου θα 'ναι πάντα αδύνατη, το άλλο που ηχεί εντός μου αντιστέκεται στην εξ-άρθρωσή του. Τα «απτικά σημάδια» που με συγκροτούν δεν είναι σημάδια μιας αφήγησης, κάτι δικό μου θα περισσεύει πάντα απ' την αφήγησή μου, ο λόγος μου θα ναι πάντα λειψός. Τα ίχνη έτσι αυτής της αποτυχίας δεν είναι παρά αυτά τα «σημάδια του άλλου». Ο άλλος γίνεται έτσι η οδύνη μου, η ίδια η αδιαφάνεια μου, αυτό το πρωτογενές αλλά και το έσχατο τραύμα μου.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 5.2. 2010


Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Το αβίωτο πένθος του άλλου



Judith Butler
Ευάλωτη ζωή
Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας
Μετάφραση: Μιχάλης Λαλιώτης, Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Νήσος

Μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου άρχισε να εδραιώνεται στις ΗΠΑ μια αφήγηση που εργαλειοποιούσε το πένθος χάριν του πολεμικού προτάγματος. Η οδύνη θα έδινε τη θέση της στη στρατιωτική επέμβαση, στη περαιτέρω εξολόθρευση. Μια αντινομία που αντιπάλευε εκείνη την εποχή η Judith Butler με μια σειρά κειμενικών παρεμβάσεων, στον τύπο και κυρίως στο διαδίκτυο, επιδιώκοντας να καταδείξει το μη νόημα αυτής της αντίδρασης, την τρωτότητα του ανθρώπου που είναι το ίδιο σκανδαλώδης και από τη μία αλλά και από την άλλη πλευρά.
Η επίθεση στη καρδιά της Νέας Υόρκης έφερε τους Αμερικανούς πολίτες αντιμέτωπους με το αβάσταχτο της τρωτότητάς τους. Η προνομία της ασφάλειας τους κατέπεσε μαζί με τους δίδυμους πύργους. Η αντίδραση που ακολούθησε ήταν για την Butler κυριολεκτικά αδιανόητη. Πως είναι δυνατόν η τρωτότητα του ανθρώπου να μην γίνεται αντιληπτή από την άλλη πλευρά; Πως μπορείς να πενθείς και να νεκρολογείς την απώλεια των δικών σου ανθρώπων και να μην αναγνωρίζεις το πένθος των άλλων. Πως ο άλλος μένει πάντα αόρατος και αφανής; Η απώλεια μιας ζωής δεν μπορεί να οδηγεί αναγκαστικά στην αντεκδίκηση. Ο άλλος που του ανταποδίδουμε τη βία, όσο και αν με μισεί, είναι το γεγονός που συγκροτεί αυτή την ίδια την υποκειμενικότητά μου, τη συγκρότηση του εαυτού μου. Η εξάρτησή μας, η έκθεσή μας στον άλλον είναι μια βία, ένα υπαρκτικό τραύμα. «Η εμπειρία του τραύματος», λέει η Butler, «είναι ότι υπάρχει κάποιος άλλος εκεί έξω απ τον οποίο εξαρτάται η ζωή μου». Γι αυτό και το πένθος, αυτό το καθεστώς της απώλειας του άλλου, διαμορφώνει για την Butler μια κοινωνική συνείδηση, τη συνείδηση της εξάρτησής μας. Το πένθος δεν ιδιωτικοποιεί τον πενθούντα αλλά τον αποδίδει στους δεσμούς του, χωρίς το ίχνος του άλλου ο άνθρωπος μένει ανεξιχνίαστος, «ποιος είμαι εγώ χωρίς εσένα;». Η αλληλεξάρτησή μας απ αυτόν τον άλλον δεν εδραιώνει την κυριαρχία μας, την οριστική μας διασφάλιση αλλά την εκθετότητα μας στην επιδραστικότητα της παρουσίας του. Η εμπειρία του πένθους και του φόβου μπορεί να γίνει έτσι μια δυνατότητα αναστοχασμού και περισυλλογής πάνω στη βία που πρώτα εμείς μπορεί να έχουμε προκαλέσει στον άλλον και που τώρα αυτός ο άλλος, αδικαιολόγητα πάντα, μας την ανταποδίδει. Ο πολιτικός λόγος της Butler εδράζεται πάνω σ αυτή τη τρωτότητα της ανθρώπινης ζωής, στην εκθετότητά μας στον άλλον, στο τραύμα του άλλου. Απέναντι στην αδιανόητη πολεμική ιαχή του Μπους η Butler πρότεινε την ολική βίωση του πένθους και κατόπιν την ανταπόκρισή μας στο πένθος του άλλου.
Αυτή η γόνιμη διάσταση του πένθους, η δυνατότητα ανάκτησης του εαυτού στον ορίζοντα της απώλειας, είναι η ευκαιρία που χάθηκε για την Butler μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο αμερικάνικος δημόσιος λόγος, σχεδόν στο σύνολό του, δεν αναστοχάσθηκε πάνω στο πένθος και στην αυθαιρεσία της βίας αλλά προσανατολίστηκε τάχιστα στην επιθετική επανεπιβεβαίωση της κυριαρχικής του θέσης. Το «γιατί μας μισούν οι άλλοι;» δεν είχε ακροατήριο γι αυτό κι αυτή η πολύτιμη εμπειρία του τραύματος έμεινε μια απορία, ένα κενό νόημα και ο άλλος παρέμεινε Άλλος. Απέναντι σ’ αυτή τη λογική της ανταπόδοσης η Butler προτάσσει, προσυπογράφοντας διακριτικά τον Levinas, την υπεράσπιση της ζωής του άλλου. Ο εαυτός έχει μια ηθική ευθύνη απέναντι στον άλλον, λέει ο Levinas, αυτή του ου φονεύσεις. Το λεβινασιανό υποκείμενο είναι για την Butler και ένα καθεστώς εξουσίας κι ένα σύστημα σχέσεων. Ένα σύστημα που κανονικοποιεί τις διυποκειμενικές σχέσεις και νοηματοδοτεί ή απονοηματοδοτεί τις ανθρώπινες υποκειμενικότητες. Η πολιτική θέση της Butler είναι αυτό το ανοιχτό νόημα του ανθρώπινου υποκειμένου, η «γυμνή ζωή» του άλλου, η υπό δοκιμασία υποκειμενικότητά του, το ίδιο το περιθώριο του πολιτικού. Το πολιτικό υποκείμενο είναι ένα εκ-στατικό υποκείμενο, ένα υποκείμενο που συγκροτεί το είναι του μέσα στον ορίζοντα του άλλου και όχι στην εξασφάλιση της αυτονομίας του. Αυτή η υποκειμενοποιητική λειτουργία του άλλου είναι και ο τραυματικός ορίζοντας του εαυτού μας. Αυτός ο άλλος που έρχεται πάνω μου με υποτάσσει, με διαρρηγνύει, με ανασυγκροτεί, με εμπεριέχει και τον εμπεριέχω κι εγώ. Κανείς άλλος δεν έχει τέτοια εξουσία πάνω μου παρά μόνο αυτός. Ο εαυτός μας έτσι δεν συγκροτείται στον εξασφαλισμένο του τόπο αλλά στον «τόπο του άλλου», στον τόπο του εκ-τοπισμού του. Τις φορές που αυτός ο άλλος είναι αδιάγνωστος από τον πολιτισμικό μας ορίζοντα ο εκτοπισμός είναι βίαιος και η τρωτότητα μας ανυπόφορη. Είναι η περίπτωση όπου αυτός ο άλλος δεν ανήκει στην ανθρώπινη τάξη γι αυτό και τα πλήγματα που θα του προξενήσω είναι πέραν του ηθικού μου κώδικα. Ο άλλος έτσι είναι μια ευάλωτη ζωή, μια ανυπεράσπιστη ύπαρξη απέναντι στην επιθετική μου παρόρμηση. Ένα πρόσωπο αόρατο μέσα στη δημόσια σφαίρα.
Τα δυτικά media δεν έδειξαν ποτέ εικόνες των σφαγιασθέντων Αφγανών ή Ιρακινών αμάχων, το ανθρώπινο στίγμα τους δεν ανιχνεύθηκε, η απώλεια τους δεν νεκρολογήθηκε, το πένθος τους παρέμεινε αβίωτο και αδιάγνωστο. Είναι αυτά τα πρόσωπα που η Butler μας καλεί να τα φέρουμε στη δημόσια σκηνή, να αποδώσουμε στο πένθος που δεν έχει φωνή και εικόνα την τιμή και το στοχασμό που του αξίζει. Το να μπορούμε να διακρίνουμε τη ζωή ως ζωή και το θάνατο ως θάνατο, το ίδιο και απ τις δύο πλευρές, είναι αυτό που συγκροτεί και συγκρατεί τη ποιότητα του πολιτικού μας βίου. Αυτή η επίμονη αναπαράσταση του άλλου, της αποκλεισμένης του ετερότητας στο δημόσιο λόγο μας, πέρα από κάθε κανονιστικό πρότυπο αλλά πέρα και από αυτή την ίδια την αδυναμία της αναπαράστασης του, τη μη αναπαραστάσιμη αλήθειά του, είναι ο μόνος τρόπος για να τιθασεύσουμε την απανθρωποποίηση του κόσμου μας. Αυτή η ισχνή εικόνα που μόλις και μετά βίας αναδύεται, αυτή η φωνή που μόλις και ακούεται αν και δεν είναι γλώσσα, είναι αυτό το αδιόρατο και αδιανόητο ίχνος του άλλου. Η μεγάλη συνεισφορά της Butler είναι η σαφήνεια με την οποία κατέδειξε αυτή την αναγκαιότητα του άλλου, που με συγκροτεί στον ορίζοντα της μοναδικής του αλήθειας.

Πρώτη δημοσίευση: Η Αυγή, 9.6.2009.