Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Theodor Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Theodor Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Διανοίξεις του αισθητικού


Theodor Adorno 
Ο φονξιοναλισμός σήμερα
Μετάφραση Σπύρος Νάσαινας
Εκδόσεις Πλέθρον 

   Το 1965, ο Theodor Adorno, καλείται, από τον Σύνδεσμο Γερμανών Επιτηδευματιών, να δώσει μια διάλεξη για τη αρχιτεκτονική. Η ομιλία του θα ξεκινήσει μ’ έναν δισταγμό. Πως μπορεί ένας φιλόσοφος να μιλήσει για υλικές κατασκευές μπροστά σ’ ένα εξειδικευμένο κοινό και μάλιστα της Νέας Αντικειμενικότητας [Neue Sachlichkeit], που καθόριζε ένα αυστηρό τεχνικό πλαίσιο στο σχεδιασμό των αντικειμένων, αποβάλλοντας κάθε αφηρημένη ιδέα περί αισθητικής; Ξεπερνώντας τον αρχικό δισταγμό του, που τον υπαγόρευε περισσότερο η ευγένεια, θα επιχειρήσει να εκθέσει τις αντοχές αυτού του νοήματος, μαζί με την έντονη δυσφορία του για «το στυλ της γερμανικής ανοικοδόμησης».  Ένας άλλος φιλόσοφος, ο Martin Heidegger, το 1951, θα εκφωνήσει στο Darmstadt, πάλι σ’ ένα κοινό αρχιτεκτόνων, την περίφημη ομιλία του Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι, εκφράζοντας κι αυτός, τη δυσανεξία του στο τεχνοποιημένο περιβάλλον της εποχής του. Η υλικότητα, στην αντίληψη της Νέας Αντικειμενικότητας, έχει τη δική της αλήθεια και οτιδήποτε επικάθεται πάνω της τη συσκοτίζει και τη διαστρέφει. Απαξίωνε έτσι κάθε διάκοσμο που φλυαρούσε πάνω στη σκοποθεσία των αντικειμένων που δεν ήταν άλλη απ’ τη χρηστικότητα και λειτουργικότητά τους. Μεγάλες σχολές, αισθητικές, εν τέλει, όπως θα καταδείξει κι ο Adorno, θα στηθούν πάνω σ’ αυτόν τον ασκητισμό. Ο φονξιοναλισμός, το Μπαουχάους, κι ο Μινιμαλισμός αργότερα, θα διαγράψουν, με διαφορετικές εντάσεις το καθένα, το περιβάλλον μιας νέας αντικειμενικότητας, που θα υπηρετεί με μια μηχανιστική προσέγγιση, τη ζωή του ανθρώπου. 
   Στην ομιλία του ο Adorno επικρίνει με σφοδρότητα τις πολεμικές, αντί-διακοσμητικές θέσεις του Adolph Loos, που ήθελε η σχεδιαστική χειρονομία να αναφέρεται μόνο στην τεχνική καινοτομία. Η διαλεκτική του περιττού και του αναγκαίου, συνέθεταν στη σκέψη του Loos, την ένταση ενός ανήσυχου προβληματισμού. Μια αναστοχαστική ετοιμότητα που αυτοέλεγχε, λογοκρίνοντας, τη σχεδιαστική χειρονομία. Τα πρόσφορα μουσικά παραδείγματα που κομίζει ο Adorno, αλλά και οι φιλοσοφικές του αναφορές, εκθέτουν ένα καθιερωμένο, στιλιστικό παράδειγμα ακριβείας που απέκλειε κάθε τι περιττό. «Όταν μετά την πρεμιέρα της Απαγωγής, ένα μέλος της βασιλικής οικογένειας τον επέκρινε χαμηλόφωνα, παρατηρώντας «Πάρα πολλές νότες, όμως, αγαπητέ Μότσαρτ», ο συνθέτης, όντας ο ίδιος ταυτόχρονα πραγματικός φορέας και κριτικός εκτελεστής μιας μεγάλης παράδοσης, απάντησε: «Ούτε μια παραπάνω απ’ ό,τι είναι απαραίτητο, εξοχότατε». Το περιττό και το αναγκαίο όμως, είναι τιμές που μεταβάλλονται μέσα στην «ιστορική δυναμική» των πραγμάτων. Και ό,τι εκπίπτει από την καθιερωμένη του λειτουργικότητα, εντοπίζεται, αισθητικοποιημένο, σε μια νέα οργανικότητα. Ένα νοσταλγημένο, γλωσσικό ίχνος που ανακτά την απολεσθείσα του αλήθεια στον τόπο της αναμνημόνευσής του.
   Ο Adorno υπενθυμίζει έτσι τον καταλυτικό χαρακτήρα της αισθητικής που δεν είναι άλλος απ’ την άρση αυτών των διαφορών. Η παραγόμενη υλικότητα, υποστηρίζει, φέρει πάνω της ίχνη μιας παραμυθητικής απόλαυσης που της ανήκει και δεν της ανήκει. Μια γλωσσική απόλαυση που ανιχνεύεται κι εκεί απ’ όπου υποτίθεται ότι έχει εξοβελιστεί. Αυτή η καταστατική συνθήκη των πραγμάτων που τεχνουργεί και στηρίζει τη μορφική τους ακολουθία. Πάνω λοιπόν στις μεσσιανικές υποσχέσεις του Loos: «έχουμε υπερβεί τον διάκοσμο, έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε την απουσία του διάκοσμου. Δείτε, ο καιρός πλησιάζει, η εκπλήρωση έρχεται. Σύντομα οι δρόμοι των πόλεων θα αστράφτουν σαν λευκά τείχη. Όπως η Σιών, η Αγία Πόλη, η πρωτεύουσα των ουρανών. Τότε θα έχει έλθει η εκπλήρωση», ο Adorno θα διαβάζει μόνο έναν βίο αβίωτο, τα ίχνη μιας βαρβαρότητας: «σαδιστικές δονήσεις που δημιουργούν οι οξείες ακμές, τα γυμνά δωμάτια, οι σκάλες και άλλα παρόμοια. Σχεδόν κάθε καταναλωτής θα έχει νιώσει με επώδυνο τρόπο πάνω του την έλλειψη πρακτικότητας στο ανελέητα πρακτικό», «η ανεπάρκεια των καθαρά σκόπιμων μορφών κατάντησε στις μέρες μας να αντιπροσωπεύει το μονότονο, το πενιχρό, το στενόμυαλα πρακτικό».  
   Απέναντι στην απανθρωπιά αυτής της αντικειμενικότητας ο Adorno θα διερευνήσει το περιθώριο μιας δυνατότητας πέρα απ’ τη κρίση αυτών των ασυμφιλίωτων διαφορών. Θα την εντοπίσει στη θέση της μπενγιαμινικής φαντασίας, που γίνεται αντιληπτή ως μια «ικανότητα παρεμβολής στο ελάχιστο». Μια δυνατότητα που εντοπίζει την τοπική της στο χώρο των πραγμάτων κι αυτό το ελάχιστο το διευρύνει πέραν των «φυσικών δεδομένων» της. Είναι εγγραφές που έχουν χαραχτεί πάνω στην υλικότητα και στις ασύνειδες προθέσεις του κατασκευαστή. «Μέσα τους», λέει ο Adorno, «έχει εγγραφεί ιστορία, και μέσω αυτής και πνεύμα». Η καλλιτεχνική χειρονομία διεγείρει αυτές τις εγγραφές. Τις ενεργοποιεί, διανοίγοντας και διαπλάθοντας τη δική της εμβέλεια. Μια χειρονομία, πέραν της χειρωναξίας, που καινοτομεί πάνω στην υλικότητα και στις αισθητηριακές της αντιλήψεις. Υπάρχει κάτι μέσα στην υλικότητα του κόσμου που υπερβαίνει την υλικότητα. Μια υπερεκχείλιση νοήματος που συλλαμβάνει το χώρο στις διανοίξεις και διαφυγές του. Δεν είναι αυτά για τον Adorno τόσο επινοητικά σχήματα, όσο εκδηλώσεις περιεχομένου κι εκφραστικές δυνατότητες. Μυθικές εκδιπλώσεις μιας μυστικής καταγωγής που αναλαμβάνει το περιβάλλον των αντικειμένων, τη χρησιμότητα και πρακτικότητά τους. Μια απολεσμένη και ανευρεθείσα συμφιλίωση. Μια επανεύρεση των πραγμάτων πέραν της πραγμοποίησής τους. Η αρχιτεκτονική εμπειρία, στη σφαίρα αυτής της διάνοιξης, καθίσταται μια αληθινή εμπειρία. Μια εμπειρία που αληθεύει τις μορφές της, διαρρηγνύοντας τη δομικότητά τους. Μιαν άλλη αντίληψη χώρου που βρίσκεται όμως, εν υπνώσει, μέσα στον χώρο. Μια μορφική ένταση που εκδηλώνεται σε μία κλήτευση προσωπική, σε μια κλήση, εν τέλει, του βιώματος.

Πρώτη δημοσίευση: Η Αυγή 20.5.2018

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2018

H απομάγευση του λόγου



Theodor W. Adorno
Αρνητική διαλεκτική
Μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

   Είμαστε ήδη στη παγωμένη έρημο (Benjamin). Στη παγωνιά μιας ριζικής από-γοήτευσης, αυτής της ίδιας της από-μάγευσης του λόγου, της αμφισβήτησης του θεμελίου του. Από το σκεπτόμενο εγώ (ego cogitans) του Καρτέσιου περνάμε στο αντιδράμα, στον αντιήρωα της σύγχρονης εποχής, στην αποτυχία του λόγου να αλλάξει τον κόσμο μας.
   Στην εποχή του Διαφωτισμού θεμελιώνεται η αντίληψη ότι το ανθρώπινο πνεύμα και μόνον αυτό, είναι ο πρωταγωνιστής της ανθρώπινης ιστορίας. Ο Βολταίρος ακυρώνει όλα τα περιθώρια της θείας παρέμβασης, ο Κοντορσέ απαιτεί τυφλή πίστη στην γραμμικότητα της ανθρώπινης προόδου και ο Βίκο στη Νέα Επιστήμη του, υποστηρίζει ότι αληθινό είναι μόνο ότι παράγει η επιστήμη του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα ο Χέγκελ, ο συγγραφέας της Επιστήμης της Λογικής, γράφει την Φιλοσοφία της ιστορίας ως μια φιλοσοφία του ίδιου του Λόγου. Όπου ο Λόγος, η λογική, η διάνοια, δεν εισάγονται μέσα στην ιστορία αλλά ανακαλύπτονται εντός της. Ο Λόγος γίνεται έτσι το καταγωγικό εν των πάντων, αλλά βρισκόμαστε όμως ήδη μέσα στη σφαίρα της σύγχρονης μεταφυσικής, αυτής της επιστημονικής αυτοσυνείδησης. Το νέο επιστημονικό πνεύμα κανοναρχεί κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις, και έτσι το κράτος, που ο Χέγκελ θα το θεμελιώσει με τη Φιλοσοφία του Δικαίου του, γίνεται το ανάγλυφο του νέου κοσμοειδώλου, το πολιτικό ίχνος της επιστημονικής αμεσότητας.
    Στην ιστορική καμπή αυτής της άκρατης επιστημονικοποίησης ο Αντόρνο γράφει την Αρνητική διαλεκτική του. Οι φυσικές επιστήμες έπρεπε να επανεξεταστούν καθώς είχαν μετατρέψει το μέσο σε σκοπό. Για τον Αντόρνο η φυσικοεπιστημονική αντικειμενοποίηση του κόσμου, που κατέχει όλη την επιστήμη από τον Καρτέσιο και μετά, αυτή η «more mathematico» κοσμοαντίληψη, αποκλείει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κόσμου σε μια τάση που έχει να τον ποσοτικοποιεί και να τον υποβάλει σε μετρήσιμους προσδιορισμούς. Σε κάθε ποσοτικοποίηση ελλοχεύει ο κίνδυνος του ά-λογου, γιατί όπως υποστηρίζει ο Αντόρνο, «ακόμη και στην στατιστική ο γνωστικός στόχος είναι ποιοτικός, η ποσοτικοποίηση είναι μόνο το μέσον». Αυτή η προσήλωση του Αντόρνο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κόσμου, είναι και το σημείο όπου διακυβεύεται η ποιότητα κι η εγκυρότητα του ορθού λόγου, η δυνατότητα του αυτοστοχασμού του και το ανθρώπινο μέτρο του.  Έτσι και παρά το αξίωμα ότι επιστήμη σημαίνει μέτρηση, (science is measurement), καλούμαστε να διακρίνουμε και τις παραμικρές αθέατες λεπτομέρειες, και τις πιο λεπτές πτυχές των πραγμάτων που αντιστέκονται στην εύκολη κατηγοριοποίηση τους. «Η γνώση δεν κατέχει πλήρως κανένα από τα αντικείμενα της, απλώς παράγει το φάντασμα ενός όλου» διατείνεται και απέναντι στην κυριαρχία αυτής της επιστημονικής μεθόδου διεκδικεί για την σκέψη το δικαίωμα του παιχνιδιού και τις εκλεκτικές συγγένειες της με την τέχνη, ό,τι  απέρριπτε ο Χέγκελ. Σε όλη μάλιστα την έκταση της διαλεκτικής του η κριτική δεξίωση της εγελιανής σκέψης είναι αυτό που κυριαρχεί.   
   Εκτός από την αυτονόμηση της επιστήμης ένα ακόμη σημείο που έλκει την κριτική του Αντόρνο είναι και το νεκρό αντικείμενο της γνώσης, η αντικειμενοποίηση του αντικειμένου, η έκπτωση του σε ένα απλό προϊόν της γνώσης, η διαθεσιμότητά του στην απόλυτη χειραγώγησή του.  Αυτή η περιστολή του αντικειμένου σε απλό υλικό απομυζά τη δυναμική και την αμεσότητα του και το καθιστά ένα νεκρό, άκαμπτο αντικείμενο. Η επιστήμη και η τεχνολογία συνυφαίνονται άμεσα με την κυριαρχία και αυτό είναι το παράδοξο του Διαφωτιστικού οράματος, ο ορθολογισμός που θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο στρέφεται τελικά εναντίον του. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό που ο Αντόρνο, τόσο ωραία θα ονομάσει «εκπραγμάτιση του κόσμου», μια απογύμνωση του κόσμου από το είναι του, από την όντως πραγματικότητά του. Μια ολική «απομάγευση» (Deleuze), που μεταμορφώνει τον κόσμο σ’ ένα αντικείμενο πένθους. Το κορυφαίο παράδειγμα εκπραγμάτισης για τον Αντόρνο θα είναι πάντα το Άουσβιτς. Οι διοικητές του στρατοπέδου, γιατροί που επιδίδονταν σε ευγονικά πειράματα, κατέστησαν αυτό το αποτρόπαιο γεγονός ως το κορυφαίο επιστημονικό πείραμα του 20ου αιώνα, στην  εγκυρότερη απόδειξη της αποτυχίας του πολιτισμού μας.
   Η Αρνητική διαλεκτική, εκτός από το σημαντικότερο έργο του Αντόρνο, είναι και το κείμενο που θα τροφοδοτήσει όσο κανένα άλλο τη σκέψη της σύγχρονης μελαγχολίας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Popular Science

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Τα όνειρα στη κλίνη της γλώσσας



Theodor W. Adorno
Πρωτόκολλα ονείρων
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τι συμβαίνει όταν ένας φιλόσοφος καταγράφει τα όνειρά του; Που τα εγγράφει; Πως εγγράφονται αυτά; Τι χάνουν και τι κερδίζουν απ’ αυτή την εγγραφή; Τι μοιράζονται; Ποιο αίνιγμα;
Ο Adorno από το 1934 έως το 1969 συνήθιζε να καταγράφει τα όνειρα του «μόλις ξυπνούσε». Μια ανεπεξέργαστη, εύθραυστη ύλη που την υπέβαλε σε ελάχιστες διορθώσεις, «μόνο στις πιο αισθητές, γλωσσικές ατέλειες», μη διακινδυνεύοντας έτσι την αυθεντικότητά της. Μια αυθεντικότητα μετέωρη και επιφυλακτική στις διατυπώσεις της, σ’ αυτές τις προδοσίες της μέρας. «Μια ονειρευόμενη απλοϊκότητα» (Benjamin), που είναι αυτή η ίδια η ανάμνηση της νύχτας, η νύχτα όλων των δυνατών αναμνήσεων. Πως όμως κοινοποιείται η νύχτα; Σε ποια γλώσσα; αν όχι στη γλώσσα της νύχτας;
Τα όνειρα ανήκουν στη νύχτα τους αλλά η νύχτα δεν ανήκει σε κανέναν. Η νύχτα υπομένει τον εαυτό της, την αδιάθετη υπό-κειμενικότητά της. Αδιάθετη! Τίποτε δεν εισβάλει στη νύχτα, σ’ αυτό το καθαρό όλον, γιατί στην νύχτα δεν υπάρχει το υποκείμενο του Άλλου, ο αντικείμενος κόσμος. Γι αυτό κι αδυνατεί η νύχτα στην εκφραστικότητά της, στη σαφήνεια του λόγου της, στη κοινωνία του νοήματός της. Ένα κλειστό και αδιάθετο σύμπαν που εμπεριέχει ό,τι γονιμοποιεί και επαυξάνει τον Λόγο του κόσμου: τη νύχτα του, τη βουβότητά της, την «εξωεννοιολογική» της διάσταση, όπως θα πει ο Adorno. Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικότερα, είναι για τον Adorno, αυτή η ευκαιρία της γλώσσας, ίσως η μοναδική της ευκαιρία, όπου η γλώσσα απαλλάσσεται επιτέλους από την «συμμορφωτική πίστη της επικοινωνιακής κοινωνικοποίησης, ώστε να πει το ανείπωτο», αυτό που η «ανήμπορη ομιλία των ανθρώπων» δεν μπορεί να πει. Η νύχτα έτσι αποδίδει στο Λόγο έναν τόπο διαφυγής, μιαν άλλη προτεραιότητα, εκεί πίσω από τις λέξεις, πίσω απ τις γραμμές, ακριβώς στο περιθώριο της γλώσσας. Είναι μια προανθρώπινη συγκίνηση, μια οντολογική αντανάκλαση, αυτή η οντολογική ελευθερία των ονειρικών προσώπων καθώς αναλαμβάνουν τις μεταμορφώσεις τους, τις υβριδικές τους εκδιπλώσεις, κομίζοντας έτσι στη γλώσσα τη δυνατότητα μιας καθαρής έννοιας, την ελευθερία ενός λόγου συμπαντικού.
Στην «Ερμηνεία των ονείρων», σ’ αυτό το ιδρυτικό κείμενο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ο Freud αναγνωρίζει στα όνειρα ένα γλωσσικό ολίσθημα. Απωθημένες καταστάσεις που βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα στον κοιμισμένο εγκέφαλο και μέσω μιας λεκτικής κάλυψης να αναδύονται εν ετέρα μορφή. Γλωσσικά ολισθήματα, που εγγράφονται στο συνειδητό, υπακούοντας στους νόμους της πραγματικότητας, μετωνυμικές ενοράσεις που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος της επιθυμίας, η ελευθερία του νοητού. Όπως μάλιστα έδειξε κι ο Freud, στην Ερμηνεία του, τα όνειρα εγγράφουν την επιθυμία στο πραγματικό μέσα από μια πράξη συμβιβασμού. Αυτή η «διεργασία του ονείρου» που δεν είναι μια ελευθεριακή ακροβασία του ασυνείδητου, όπως πίστευαν οι Σουρεαλιστές, αλλά μια αυστηρή και ακριβής μέθοδο, ένα λεκτικό σύστημα που εγγράφει την επιθυμία στο σύμπαν των δικών του αναπαραστάσεων. Τα όνειρα για τον Freud παίζουν με τις λέξεις, με την αμφισημία των λέξεων και έτσι εγκαλούν την εγγραφή τους, την λεκτική τους εν-τύπωση. Το όνειρο μάλιστα είναι η καθαρή εικόνα της γραφής, όταν ο πυρήνας του υπαγορεύει τις λέξεις και εγκαλεί την ερμηνεία τους, μια ερμηνεία που ταυτόχρονα όμως το ίδιο το όνειρο θα την αποκλείσει. Είναι αυτή η νύχτα της γραφής, το ανερμήνευτο της γλώσσας, η ονειρική και ονειρεμένη της διάσταση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια είναι μαζί και σιωπή και τα δυο στον ίδιο πάντοτε βαθμό. Μ’ αυτή την αστερόσκονη του ονείρου που γράφονται και τα ποιήματα.
Τα Πρωτόκολλα των ονείρων του Adorno πρέπει να διαβαστούν μέσα στον ορίζοντα της κριτικής του σκέψης. Η απολυτότητα του ορθού λόγου που χειραφέτησε το Δυτικό υποκείμενο, η αναντίρρητη αλήθεια του επιστημονικού κανόνα και του μαθηματικού υπολογισμού που συνέτριψε κάθε άλλη αισθητική και θεωρητική οπτική, οι οικονομίστικες και παραγωγικές αντιλήψεις, ακόμη κι αυτό το ιδανικό της μαρξικής, συλλογικής, χειραφέτησης δέχθηκαν απ’ τον Adorno μια ανελέητη κριτική. Στη «Διαλεκτική του διαφωτισμού», (Adorno, Horkheimer), αναζητάται μια γλώσσα, μια εναλλακτική γνωσιολογία, που δεν θα επικάθεται πάνω στον κόσμο χειραγωγώντας τον, αλλά που θα ελκύει την μυστική του ουσία. Ο Adorno αναζητά αυτό το Άλλο της γλώσσας στη τέχνη. «Όλα τα έργα τέχνης είναι κείμενα», γράφει στην Αισθητική θεωρία του, «είναι γλώσσα μόνο όταν αυτά γράφονται, ιερογλυφικά ενός κώδικα ήδη χαμένου».
Μια «Θεϊκή γλώσσα» (Benjamin), όπως αυτή που πρώτη κατονόμασε τον κόσμο. Η τέχνη έτσι γίνεται το ιδανικό κρυπτο-γράφημα που αντιπαρατίθεται στη μονοσήμαντη γνωσιολογία του τεχνικοεπιστημονικού κώδικα. Ο τόπος μιας «πρωτογενούς μεταφορικότητας» όπου η γλώσσα είναι η μιμητική υπερέκθεση του κόσμου μας. Τα ίδια τα πράγματα που ανακτούν την υποκειμενικότητά τους, μια υποκειμενικότητα μάλιστα διευρυμένη που διαισθάνεται εαυτήν μέσα στον κόσμο. Μια παραμυθητική γλώσσα που ολικοποιεί την εμπειρία «μέσα στον κόσμο», όπως θα έλεγε ο Heidegger, μια «αισθητική ορθολογικότητα» που συναισθάνεται τον κόσμο σε όλη του την διευρυμένη οντολογία.
Στα πλαίσια αυτής της γλωσσικής εκζήτησης ο λόγος των ονείρων κομίζει στη γλώσσα της επικοινωνίας τη σιωπή των σημαινόντων του. Τα όνειρα γι' αυτό το λόγο και είναι πάντα τρομερά, ακριβώς γιατί υποστασιοποιούν, χωρίς να συμβολοποιούν, αυτή την άλλη όψη της γλώσσας, τη σιωπή του κόσμου. Μια ενορατική γλώσσα που εγείρει το ανθρώπινο μέσα στην α-σχήμια του κόσμου, στην προνοηματοδότησή του. Εξού και οι τερατομορφίες τους. Τρικεράτοπες που παραφυλούν σε σταυροδρόμια, «σιχαμερά ζώα που κάνουν απρέπειες», «κεφάλια με άρπαγες», παιδιά «απειλητικά σαν καβούρια», «εκτρώματα και νάνοι…αλλά και ένα σκέτο ζωντανό κεφάλι νέγρου», αγχώνουν τον φιλόσοφο στα όνειρα του. «Το ίδιο άγχος», σημειώνει ο Adorno, «όπως αυτό που αισθανόμουν στα παιδικά μου χρόνια για την κακόφημη περιοχή, ή όταν αργότερα ένα κορίτσι του καμπαρέ έβαλε το χέρι της στο παντελόνι μου». Μια κακόφημη περιοχή λοιπόν η περιοχή των ονείρων, ένα αγχωτικό περιβάλλον, απ’ όπου ο ονειρευόμενος διέρχεται πάντα «με φρίκη». Ο λόγος των ονείρων είναι ένας προνοηματικός λόγος, ένα «προστοχαστικό cogito» (Jean Reemtsma). Αυτό το «κουβάρι από σκέψεις των ονείρων» του Freud, η «ονειρευόμενη σκέψη» του Pontalis, που είναι ένας λόγος ενοχής και ανησυχίας για το υποκείμενο της ημέρας, το υποταγμένο στον «κυριαρχημένο λόγο» του φωτός. Ένα γλωσσικό σύμπαν αναπαραστάσεων, που διανοίγεται στη σιωπή και την απορία. Κενά σημαίνοντα, στοιχειακές ομοιώσεις, φρικτές μετωνυμίες της σιωπής ενός νου που δεν ησυχάζει.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 22.1.2010.