Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Τα όνειρα στη κλίνη της γλώσσας



Theodor W. Adorno
Πρωτόκολλα ονείρων
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τι συμβαίνει όταν ένας φιλόσοφος καταγράφει τα όνειρά του; Που τα εγγράφει; Πως εγγράφονται αυτά; Τι χάνουν και τι κερδίζουν απ’ αυτή την εγγραφή; Τι μοιράζονται; Ποιο αίνιγμα;
Ο Adorno από το 1934 έως το 1969 συνήθιζε να καταγράφει τα όνειρα του «μόλις ξυπνούσε». Μια ανεπεξέργαστη, εύθραυστη ύλη που την υπέβαλε σε ελάχιστες διορθώσεις, «μόνο στις πιο αισθητές, γλωσσικές ατέλειες», μη διακινδυνεύοντας έτσι την αυθεντικότητά της. Μια αυθεντικότητα μετέωρη και επιφυλακτική στις διατυπώσεις της, σ’ αυτές τις προδοσίες της μέρας. «Μια ονειρευόμενη απλοϊκότητα» (Benjamin), που είναι αυτή η ίδια η ανάμνηση της νύχτας, η νύχτα όλων των δυνατών αναμνήσεων. Πως όμως κοινοποιείται η νύχτα; Σε ποια γλώσσα; αν όχι στη γλώσσα της νύχτας;
Τα όνειρα ανήκουν στη νύχτα τους αλλά η νύχτα δεν ανήκει σε κανέναν. Η νύχτα υπομένει τον εαυτό της, την αδιάθετη υπό-κειμενικότητά της. Αδιάθετη! Τίποτε δεν εισβάλει στη νύχτα, σ’ αυτό το καθαρό όλον, γιατί στην νύχτα δεν υπάρχει το υποκείμενο του Άλλου, ο αντικείμενος κόσμος. Γι αυτό κι αδυνατεί η νύχτα στην εκφραστικότητά της, στη σαφήνεια του λόγου της, στη κοινωνία του νοήματός της. Ένα κλειστό και αδιάθετο σύμπαν που εμπεριέχει ό,τι γονιμοποιεί και επαυξάνει τον Λόγο του κόσμου: τη νύχτα του, τη βουβότητά της, την «εξωεννοιολογική» της διάσταση, όπως θα πει ο Adorno. Η ποίηση, η λογοτεχνία γενικότερα, είναι για τον Adorno, αυτή η ευκαιρία της γλώσσας, ίσως η μοναδική της ευκαιρία, όπου η γλώσσα απαλλάσσεται επιτέλους από την «συμμορφωτική πίστη της επικοινωνιακής κοινωνικοποίησης, ώστε να πει το ανείπωτο», αυτό που η «ανήμπορη ομιλία των ανθρώπων» δεν μπορεί να πει. Η νύχτα έτσι αποδίδει στο Λόγο έναν τόπο διαφυγής, μιαν άλλη προτεραιότητα, εκεί πίσω από τις λέξεις, πίσω απ τις γραμμές, ακριβώς στο περιθώριο της γλώσσας. Είναι μια προανθρώπινη συγκίνηση, μια οντολογική αντανάκλαση, αυτή η οντολογική ελευθερία των ονειρικών προσώπων καθώς αναλαμβάνουν τις μεταμορφώσεις τους, τις υβριδικές τους εκδιπλώσεις, κομίζοντας έτσι στη γλώσσα τη δυνατότητα μιας καθαρής έννοιας, την ελευθερία ενός λόγου συμπαντικού.
Στην «Ερμηνεία των ονείρων», σ’ αυτό το ιδρυτικό κείμενο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ο Freud αναγνωρίζει στα όνειρα ένα γλωσσικό ολίσθημα. Απωθημένες καταστάσεις που βρίσκουν τον τρόπο να τρυπώνουν μέσα στον κοιμισμένο εγκέφαλο και μέσω μιας λεκτικής κάλυψης να αναδύονται εν ετέρα μορφή. Γλωσσικά ολισθήματα, που εγγράφονται στο συνειδητό, υπακούοντας στους νόμους της πραγματικότητας, μετωνυμικές ενοράσεις που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος της επιθυμίας, η ελευθερία του νοητού. Όπως μάλιστα έδειξε κι ο Freud, στην Ερμηνεία του, τα όνειρα εγγράφουν την επιθυμία στο πραγματικό μέσα από μια πράξη συμβιβασμού. Αυτή η «διεργασία του ονείρου» που δεν είναι μια ελευθεριακή ακροβασία του ασυνείδητου, όπως πίστευαν οι Σουρεαλιστές, αλλά μια αυστηρή και ακριβής μέθοδο, ένα λεκτικό σύστημα που εγγράφει την επιθυμία στο σύμπαν των δικών του αναπαραστάσεων. Τα όνειρα για τον Freud παίζουν με τις λέξεις, με την αμφισημία των λέξεων και έτσι εγκαλούν την εγγραφή τους, την λεκτική τους εν-τύπωση. Το όνειρο μάλιστα είναι η καθαρή εικόνα της γραφής, όταν ο πυρήνας του υπαγορεύει τις λέξεις και εγκαλεί την ερμηνεία τους, μια ερμηνεία που ταυτόχρονα όμως το ίδιο το όνειρο θα την αποκλείσει. Είναι αυτή η νύχτα της γραφής, το ανερμήνευτο της γλώσσας, η ονειρική και ονειρεμένη της διάσταση. Η γλώσσα δεν είναι μόνο λόγια είναι μαζί και σιωπή και τα δυο στον ίδιο πάντοτε βαθμό. Μ’ αυτή την αστερόσκονη του ονείρου που γράφονται και τα ποιήματα.
Τα Πρωτόκολλα των ονείρων του Adorno πρέπει να διαβαστούν μέσα στον ορίζοντα της κριτικής του σκέψης. Η απολυτότητα του ορθού λόγου που χειραφέτησε το Δυτικό υποκείμενο, η αναντίρρητη αλήθεια του επιστημονικού κανόνα και του μαθηματικού υπολογισμού που συνέτριψε κάθε άλλη αισθητική και θεωρητική οπτική, οι οικονομίστικες και παραγωγικές αντιλήψεις, ακόμη κι αυτό το ιδανικό της μαρξικής, συλλογικής, χειραφέτησης δέχθηκαν απ’ τον Adorno μια ανελέητη κριτική. Στη «Διαλεκτική του διαφωτισμού», (Adorno, Horkheimer), αναζητάται μια γλώσσα, μια εναλλακτική γνωσιολογία, που δεν θα επικάθεται πάνω στον κόσμο χειραγωγώντας τον, αλλά που θα ελκύει την μυστική του ουσία. Ο Adorno αναζητά αυτό το Άλλο της γλώσσας στη τέχνη. «Όλα τα έργα τέχνης είναι κείμενα», γράφει στην Αισθητική θεωρία του, «είναι γλώσσα μόνο όταν αυτά γράφονται, ιερογλυφικά ενός κώδικα ήδη χαμένου».
Μια «Θεϊκή γλώσσα» (Benjamin), όπως αυτή που πρώτη κατονόμασε τον κόσμο. Η τέχνη έτσι γίνεται το ιδανικό κρυπτο-γράφημα που αντιπαρατίθεται στη μονοσήμαντη γνωσιολογία του τεχνικοεπιστημονικού κώδικα. Ο τόπος μιας «πρωτογενούς μεταφορικότητας» όπου η γλώσσα είναι η μιμητική υπερέκθεση του κόσμου μας. Τα ίδια τα πράγματα που ανακτούν την υποκειμενικότητά τους, μια υποκειμενικότητα μάλιστα διευρυμένη που διαισθάνεται εαυτήν μέσα στον κόσμο. Μια παραμυθητική γλώσσα που ολικοποιεί την εμπειρία «μέσα στον κόσμο», όπως θα έλεγε ο Heidegger, μια «αισθητική ορθολογικότητα» που συναισθάνεται τον κόσμο σε όλη του την διευρυμένη οντολογία.
Στα πλαίσια αυτής της γλωσσικής εκζήτησης ο λόγος των ονείρων κομίζει στη γλώσσα της επικοινωνίας τη σιωπή των σημαινόντων του. Τα όνειρα γι' αυτό το λόγο και είναι πάντα τρομερά, ακριβώς γιατί υποστασιοποιούν, χωρίς να συμβολοποιούν, αυτή την άλλη όψη της γλώσσας, τη σιωπή του κόσμου. Μια ενορατική γλώσσα που εγείρει το ανθρώπινο μέσα στην α-σχήμια του κόσμου, στην προνοηματοδότησή του. Εξού και οι τερατομορφίες τους. Τρικεράτοπες που παραφυλούν σε σταυροδρόμια, «σιχαμερά ζώα που κάνουν απρέπειες», «κεφάλια με άρπαγες», παιδιά «απειλητικά σαν καβούρια», «εκτρώματα και νάνοι…αλλά και ένα σκέτο ζωντανό κεφάλι νέγρου», αγχώνουν τον φιλόσοφο στα όνειρα του. «Το ίδιο άγχος», σημειώνει ο Adorno, «όπως αυτό που αισθανόμουν στα παιδικά μου χρόνια για την κακόφημη περιοχή, ή όταν αργότερα ένα κορίτσι του καμπαρέ έβαλε το χέρι της στο παντελόνι μου». Μια κακόφημη περιοχή λοιπόν η περιοχή των ονείρων, ένα αγχωτικό περιβάλλον, απ’ όπου ο ονειρευόμενος διέρχεται πάντα «με φρίκη». Ο λόγος των ονείρων είναι ένας προνοηματικός λόγος, ένα «προστοχαστικό cogito» (Jean Reemtsma). Αυτό το «κουβάρι από σκέψεις των ονείρων» του Freud, η «ονειρευόμενη σκέψη» του Pontalis, που είναι ένας λόγος ενοχής και ανησυχίας για το υποκείμενο της ημέρας, το υποταγμένο στον «κυριαρχημένο λόγο» του φωτός. Ένα γλωσσικό σύμπαν αναπαραστάσεων, που διανοίγεται στη σιωπή και την απορία. Κενά σημαίνοντα, στοιχειακές ομοιώσεις, φρικτές μετωνυμίες της σιωπής ενός νου που δεν ησυχάζει.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 22.1.2010.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.