Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάρης Βλαβιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάρης Βλαβιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Το αποστρεφόμενο πρόσωπο



Χάρης Βλαβιανός
Το αίμα νερό
Εκδόσεις Πατάκη

   Στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του ποιητή Χάρη Βλαβιανού, Το αίμα νερό, ένα Μυθιστόρημα σε σαράντα πέντε πράξεις, όπως υποτιτλίζεται, ο συγγραφέας αναμετράται με τις εικόνες του γονεϊκού  του τραύματος. Ένας πατέρας που ’ναι διαρκώς απών, ο ναρκισσισμός της μητέρας του, ο δικός τους ανταγωνισμός, και στη μέση η απορία ενός παιδιού που τα «κατέγραφε» όλα πολύ πριν τα γράψει. Η πληγή είναι πηγή, έλεγε ο Πεντζίκης. Αλλά Το αίμα νερό είναι κι ένα μυθιστόρημα που εκθέτει και εκτίθεται στην αμφιλεγόμενη αλήθειά του, στην αλήθεια της αυτοβιογραφικής χειρονομίας. Τι είναι αυτό που μας μεταφέρεται σε μια αυτοβιογραφία; Πως η γραφή διασώζει την αλήθειά του; Ποιος αυτοβιογραφείται; Αυτοβιογραφείται κανείς;
   Η γραφή είναι ο τόπος μιας απόσυρσης, αλλά κι ο τόπος μαζί μιας ανάδυσης. Το αποσυρόμενο ίχνος του υποκειμένου της, και το αναδυόμενο ίχνος του γράμματος, μοναδικός κι αδύνατος μάρτυρας αυτής της απόσυρσης. Αν ο αυτοβιογραφούμενος λόγος εξιστορεί κάτι, αυτό δεν είναι τίποτε άλλο απ' το αδύνατο της εξιστόρησης, μιας και το υποκείμενο της δράσης είναι πλέον εγκαταλελειμμένο στην αλαλία των φασματικών του καθηλώσεων. Η σκηνή της γραφής είναι η σκηνή αυτής της ζωικής απώλειας, των αντεστραμμένων της ιχνών, που συσσωρεύονται και δια-γράφουν τους ποιητικούς της ψιθύρους. Αν και ο τόνος του μυθιστορήματος του Βλαβιανού εμμένει στη πιστότητα των αφηγηματικών του τοπίων, αυτό που αναβλύζει απ' τις εικόνες του είναι το σκοτεινό πεπρωμένο του γράμματος, μια πληγή που εκκινεί τη γραφή και δι-εγείρει τη μοναδική της εμπειρία, πάντα αυτή, μια εμπειρία θανάτου. Το υποκείμενο έτσι της αυτοβιογραφικής γραφής διασώζεται στο αδύνατο της καταγραφής του, στις ρηγματώσεις της αναπαράστασής του. Ένα υποκείμενο που αναλαμβάνει τις μετωνυμικές του εξ-άρσεις, τις οντολογικές του εκδιπλώσεις και τις υπαρκτικές του επιστροφές.
   Η γραφή εγείρει τη δική της, αποκλειστική, σκηνή. Μια σκηνή που αποκλείει κάθε ορίζοντα δυνατής διαφυγής. Δεν γράφεις, αλά εγγράφεσαι απ' την χειρονομία που σε κατακλύζει και κατακλυζόμενον σε αποδίδει στη δική της μορφική αν-ακολουθία. Οι αφετηριακές αναμνήσεις του μυθιστορήματος, εισερχόμενες στη σκηνή του, αναλαμβάνουν ένα πάθος που δεν είναι το καταγωγικό τους πάθος αλλά το πάθος των λέξεων τους, τον ίλιγγο της αφήγησής τους. Η αφήγηση της ζωής που 'ναι και το πανούργο τέχνασμα του γράμματος, η ζωική του αδιαφορία, η αφιέρωσή του στο αμνημόνευτο κι ανεντόπιστο. Ο Βλαβιανός έτσι, όσο εντοπίζεται μέσα στο κείμενο του αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος, τόσο και εγκαλείται στη κειμενική διασπορά του, στη διαθεσιμότητα δηλαδή των σημείων του. Σημεία όλα που εκτρέπονται στην ετερονομία της γραφής και στην καινοφανή προοπτική της.
   Η αυτοβιογραφική-εξομολογητική γραφή δεν μαρτυρά έτσι τίποτε, αλλά και δεν αποσιωπά όμως. Σιωπά μόνο. Είναι αυτή η σιωπή του γράμματος που διαστρέφει τις φωνές της επιθυμίας και τις ενθηκεύει στις πιο βαθιές της πτυχώσεις. Αυτή η αρνητικότητα της γραφής που καταυγασμένη στη σκηνή της εγέρσεώς της, από-καλύπτει και την αρχαιολογία των ονομάτων της. Ένα διασαλευμένο τοπίο, εγκαταλελειμμένο στην αναμορφωτική προοπτική του, στις πολλαπλές, αλλά και μοναδικές του αναγνώσεις. Ένα διασωθέν ίχνος που ’χει απολέσει το αρχικό του σχήμα κι εκτρέπεται, ξανά και ξανά, στη δίνη των αφηγηματικών του προκλήσεων. Ένα απογυμνωμένο ίχνος που αναγνωρίζεται για πρώτη φορά, στο συμβάν της εγγραφής του. Ένα συμβάν, αυτό το συμβάν της γραφής, που κατονομάζει το ίχνος, διασώζοντάς το από τον κύκλο της απώλειάς του. Ό, τι διασώζεται στον τόπο της γραφής είναι ό,τι απωλέσθηκε στον κύκλο της ζωής, ό,τι ανερεύθηκε ακέραιο στην ανωνυμία του κόσμου κι ανέλαβε το όνομα, το μοναδικό όνομα της απώλειάς του. Δεν μας διασώζει, κατονομάζοντάς μας, απ' την απώλεια το γράμμα, μας υπαγορεύει μόνο, στον ενιαύσιο κύκλο του νοητού, του αναστοχαστικού χρόνου, στην ανεπικαιρότητα της γλωσσικής μας καταβύθισης, εκεί όπου  εισακούεται η γλώσσα, όχι στην ολότητά της αλλά στην αποσπασματικότητα του ύφους της, εκεί όπου η γλώσσα γίνεται έκ-φραση, καταγραμμένο ίχνος, η ύστατη μορφή της απώλειας.
   Η απώλεια του κόσμου είναι πάντα εγγράψιμη. Ακόμη κι αυτό που είναι πέραν της γραφής, που εξελίσσεται στην επικράτεια της ζωής, αναλαμβάνει τον εαυτό του στην εκκεντρικότητα του καταγραμμένου του ίχνους. «Υπάρχω», θα πει ο Derrida, «σημαίνει είμαι-μέσα-στο-βιβλίο». Αυτό που με αποξενώνει απ' τον κόσμο είναι κι αυτό που μ' αποδίδει στην ξ-ενικότητά μου, στο κρυπτογράφημα που φέρω και συντάσσω, μυστικά, εντός μου. «Είμαστε το χειρόγραφο ενός άλλου», λέει κι ο Jaspers. Μία ανάγνωση του εαυτού μας, ένα κείμενο εν εξελίξει κι έως θανάτου. Γράφω τη ζωή, σημαίνει γράφω ό,τι μου υπαγόρευσε τη ζωή, ό,τι κατέστησε τη ζωή δυνατή στο πεδίο των αφηγήσεών της. Το κείμενο υπαγορεύεται από έναν ψυχισμό που έχει συνταχθεί απ' την τεχνική των κειμένων. Ίχνη όλα, που εν-τυπώνουν στο ψυχικό μας εύρος τις παραστάσεις τους. Το ίχνος στην ψυχανάλυση είναι πάντα ένα ίχνος απώλειας, μάρτυρας της απουσίας. Οι εικόνες έτσι του μυθιστορήματος είναι σκιές του εαυτού τους, κειμενικές απολήξεις, μετέωρα θραύσματα που μένουν, αυτός ο λήθαργος των πραγμάτων, η αφηρημένη τους διάρκεια σ' αυτόν τον μετεωρισμό, ο ανιστορικός τους χρόνος.
   Η κειμενικότητα αυτή είναι η κειμενικότητα του ποιητικού. Ο Βλαβιανός το ξέρει. Τις αποκρύψεις και τις φανερώσεις του γράμματος. Το Πραγματικό που αιμοδοτεί τις λέξεις. Τα δυσδιάκριτα ίχνη που αφήνει πάνω τους. Η δευτεροπρόσωπη γραφή του μυθιστορήματος που αποκαθάρει και καθιερώνει την αφήγηση εκτρέπει και το συναίσθημα του νοήματός της. Η ζωντανή, καθαρή, εμπειρία γίνεται τώρα μια εκφραστική εικόνα, μια εικόνα του άλλου, «μια απόσταση μες την εγγύτητα του άλλου», [Levinas]. Μια απόσταση που εδραιώνει η χειρονομία της γραφής και κάνει το πρόσωπο του άλλου ένα ξένο όνομα, μια μεταφορά. Ο Βλαβιανός τελειώνει τα Σονέτα της συμφοράς του μ' έναν αποκαλυπτικό στίχο: «Ο Βλαβιανός. Ποιος;». Η απορία αυτή δείχνει να είναι πιο αληθινή από κάθε άλλη εξομολογητική κατάθεση. Γιατί αποκαλύπτει το υποκείμενο της γραφής στο γνόφο της αγνωσίας του. Αυτός που εγκαταλείπεται στις αντανακλάσεις των θραυσματικών εικόνων αυτού του μυθιστορήματος δεν είναι εν τέλει ο Βλαβιανός αλλά το ίχνος του ονόματός του. Ένα βλέμμα μόνο, όπως εκείνο που κοιτά όλο νόημα το αποστρεφόμενο πρόσωπο του πατέρα, στη φωτογραφία του εξωφύλλου. Αυτή ακριβώς η αποστροφή που απογυμνώνει τον άλλον απ' την ακεραιότητά του και τον διαθέτει στην απειρία των εντυπώσεών του, στις ομοιώσεις του, σ' αυτή τη χειραγώγηση της γλώσσας.

Πρώτη δημοσίευση: Η Αυγή, 6.7.2014.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Η εκκοσμίκευση του ποιητικού



Χάρης Βλαβιανός
Σονέτα της συμφοράς
Εκδόσεις Πατάκη

Το σονέτο, ένα ποιητικό είδος που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιταλία τον 13ο αιώνα, ήταν μια κατασκευή που αναπαριστούσε έναν εδραιωμένο ρυθμό, τη στέρεη αρχιτεκτονική δομή μιας αιώνιας ψυχής, όπως θα έλεγε ο Dante Gabriel Rossetti. «Σήμερα όμως γιατί να επιβάλλουμε ρυθμό σε κάτι που δεν έχει - / σε κάτι ασυντόνιστο όπως η ζωή, ας πούμε». Τα Σονέτα της συμφοράς έτσι, του Χάρη Βλαβιανού, δεν τα εγείρει ο δίστιχος ρυθμός του σονέτου, αυτό το «ομοιοκατάληκτο δίστιχο» που ο Βλαβιανός το ξορκίζει, ήδη από την αρχή της συλλογής, αλλά ο ρυθμός της ποιητικής του γραφής, οι «ρυθμικές κινήσεις» του μέσα στα κύματα της απώλειας. Κρατά μόνο τη δεκατετράστιχη πειθαρχία του σονέτου, που θα γίνει και η δομή τώρα της δικής του φωνής, το καταγωγικό ίχνος αυτών των σονέτων. «Αυτή είναι η λύση: να αυτοπεριοριστείς: /να μικρύνεις το πεδίο, αφαιρώντας, αδιάκοπα αφαιρώντας, /συμπυκνώνοντας, ελαχιστοποιώντας - προτάσεις, καταστάσεις, χαρακτήρες, /σταθερά ερωτοτροπώντας με τα όρια του τίποτε». Έξω από την παραδοσιακή λοιπόν φόρμα, και όχι μόνο των στίχων, αλλά και του ύφους, και του πνεύματος των σονέτων, ο Βλαβιανός έρχεται με αυτή τη μεταμοντέρνα του πίστη στη μεταγραφή να εμψυχώσει εκ νέου την ποιητική υπόσχεση, σ' ένα ιδίωμα όμως που θα εκτρέπει διαρκώς τη φωνή της. Θα είναι μάλιστα στο 13ο σονέτο που θα εγκαταλείπεται σταδιακά όλο αυτό το ιδεώδες: «Αν είχανε φροντίσει να σε βαφτίσουν Ιουλιέττα /τ' όνομα σου θα ρίμαρε ωραία με τη βιολέτα, /αλλά δυστυχώς σε βγάλανε Θεώνη /και μολονότι μένεις μόνη, δεν θυμίζεις ανεμώνη. /Το κρυστάλλινο ανθοδοχείο (δώρο δικό της άραγε;) /θα παραμείνει δυστυχώς και σήμερα στο ράφι. /"Μισώ τα λουλούδια. Τα ζωγραφίζω όμως, /γιατί είναι φθηνότερα από τα μοντέλα /και επιπλέον, δεν κουνιούνται". /Σωστά, και όταν μαραθούν, τα πετάς κατευθείαν στα σκουπίδια. /Επομένως δεν έχει νόημα να επιμείνουμε /σε ομοιοκατάληκτα πάθη και πλαστά μπουκέτα. /Καλύτερα να σε τρυπάει το αγκάθι του πραγματικού /παρά να πλατσουρίζεις στο ροδόνερο του ιδεώδους». Το «αγκάθι του πραγματικού» ο Lacan θα το έγραφε με κεφαλαίο Π, αυτή η μεγάλη υπόσχεση της ποίησης. Την αιχμηρότητά του θα επιδεινώσει το ισχυρό αυτοβιογραφικό ίχνος που φέρουν αυτά τα σονέτα. Ένα ζωικό ίχνος, τα αποτυπώματα των άλλων πάνω στις λέξεις, που όμως δεν αναπαρίστανται, αλλά διαγράφονται κι εκτρέπονται μόνο. Ένα αδύνατο ίχνος που γίνεται εδώ ένα ποιητικό ίχνος. Αναμνήσεις που γίνονται αναπαραστάσεις του εαυτού τους, εργασίες πάνω στην απώλεια του άλλου. Και θα 'ναι μάλιστα αυτή ακριβώς η έκλειψή του που θα γίνει κι ο τρόπος της ποιητικής του αναπαράστασης, η εργασία δηλαδή ενός απόλυτου πένθους. «Είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ ζωντανή. Δεν υπήρξε». «Τώρα εκείνος βρίσκεται διασωληνωμένος σε ιδιωτική κλινική στο Morumbi /και έχει πάψει εδώ και μήνες να μιλάει. Σε κοιτάει έντονα στα μάτια /μ' εκείνο το βλέμμα που θα ήθελες να λέει: "Συγνώμη γιε μου", /ενώ στην πραγματικότητα σου ψιθυρίζει: "Κοίτα για πότε τέλειωσε το πάρτι!"». «...Τώρα εκείνος έφυγε για πάντα /(δεν καταδέχθηκε ούτε καν να σε αποχαιρετήσει - /το κώμα άλλος ένας άσσος στο καλοραμμένο του μανίκι». «Οταν έγραψες ένα χρόνο πριν το σονέτο 47, ζούσε ακόμη. /Χθες πέθανε...». Τα πρόσωπα που μνημονεύονται σ' αυτά τα «σονέτα της συμφοράς» γίνονται και τα ίδια πρόσωπα της συμφοράς, σκιές που αποκρύπτουν τα ίχνη τους, τραυματικές ομοιώσεις μιας αδύνατης φανέρωσης. Έχει μια σαφήνεια μερικές φορές η εγγραφή τους σ' αυτά τα σονέτα, που σε ξαφνιάζει, σε προκαλεί, σαν να αναστέλλουν προς στιγμή το ποιητικό τους ίχνος, αυτό το ίχνος όμως που εν τέλει τα εγγράφει και τα δεσμεύει στη συνθήκη του. «Στη δική μας περίπτωση η ηρωίδα /βούλιαξε είκοσι πέντε χρόνια στην ηρωίνη. /Τι εννοείς πια; Η αδελφή μου, imbecile!». «...Τότε για πρώτη φορά /η βελόνα έχυσε το γλυκό δηλητήριο στις τρυφερές φλέβες της Μαρίνας». Η ποιητική γλώσσα αποσπά το ζωικό ίχνος από τη λήθη του, υποστασιοποιώντας το όμως στη σκηνή της απώλειας, στο αδύνατο της ποιητικής του επίκλησης. Γίνεται έτσι αυτή η επίκληση των ονομάτων μια διπλή απώλεια, καθώς απολύουν και το τελευταίο τους ίχνος, σ' αυτή τη σιωπηλή λειτουργία των λέξεων, στην εξάρνηση της φωνής. Έτσι, το αυτοβιογραφικό ίχνος αυτών των σονέτων γίνεται ένα σημείο μυστικό, μια σκοτεινή διαφάνεια, μια αναπαράσταση παραδομένη στην αδυνατότητα της γλώσσας. Αν η ποιητική γλώσσα είναι το ίχνος του ανεκπλήρωτου, τότε και οι όποιες αναπαραστάσεις της δεν μπορούν παρά να μεγεθύνουν την απουσία, τον τρόμο του κενού. Σ' αυτό το κενό που βοά και το ποίημα.
Στα σονέτα του Βλαβιανού υπάρχει ένα πλήθος συγγραφέων που παρελαύνει στις σελίδες τους. Μια πληθώρα αναφορών σε ονόματα και έργα της τέχνης που συγκροτούν και τον ορίζοντα του έργου. Συνυπογραφές, κριτικές επιφυλάξεις, μεταγραφές, σαγηνευτικές εκτροπές, που σημαίνουν αυτή την αναμονή του λόγου, όλες τις μεταμορφώσεις των συνομολογιών του. Είναι αυτές οι εκλεκτικές συγγένειες του ποιητή, οι ισχυροί του δεσμοί, το ημερολόγιο ενός κοινού βίου. Οι ανοιχτοί λογαριασμοί με τον Αριστοτέλη, ο δυσκοίλιος Καντ, ο signor Πετράρχης, το διεστραμμένο μυαλό του μεγάλου Ιρλανδού, αλλά κι ο Σικελιανός κι ο Σεφέρης, συγκροτούν ένα διακειμενικό πλαίσιο, αυτό το εγγράμματο ίχνος της ποίησης του Βλαβιανού, που τον διαχωρίζει απ' όλους εκείνους που «γράφουν αυθεντικά, ανόθευτα στιχάκια /και ομνύουν στην αγράμματη Μούσα τους». Σαν αυτά τα σονέτα να θέλουν να κλείσουν και αυτή την υπόθεση, όλες μαζί τις εκκρεμότητες μ' αυτό τον κύκλο των άλλων. «Αυτό περίμεναν. Να γλιστρήσεις. /Και εσύ γλίστρησες με τον πιο παιδαριώδη τρόπο. /Τώρα φτύνουν στο πηγάδι σου /που είκοσι χρόνια το έσκαβες για να βγάλεις λίγο καθαρό νερό. /Οικειοποιήθηκες; Διασκεύασες; Δεν ανέφερες την πηγή /(από βαθιά περιφρόνηση για τους άξεστους); Εχει σημασία;».
Υπάρχουν όμως οι λέξεις -ο ποιητής το ξέρει-, αυτή η συνθήκη της απώλειας. «Ολες οι λέξεις που ισχυρίζονται /ότι εξημερώνουν τον θάνατο λένε ψέματα. /Τα χέρια σου όμως που τώρα κρατάνε /την τεφροδόχο με τις στάχτες είναι αληθινά. /Ολες οι λέξεις που ισχυρίζονται /ότι παγιδεύουν την ομορφιά λένε ψέματα. /Τα χείλη σου όμως που τώρα γεύονται /μες στο σκοτάδι τα δικά της είναι αληθινά. /Ολες οι λέξεις που ισχυρίζονται /ότι αλώνουν τη σιωπή λένε ψέματα. /Το ποίημα όμως που τώρα έρχεται στο φως /καταλύοντας τη λευκότητα είναι αληθινό. /Κρατιέσαι από τις λέξεις, λες και η θάλασσα έχει κλαδιά. /Ομως βουλιάζεις διαρκώς. Το στόμα σου είναι ήδη κάτω απ' το νερό». Μετά απ' αυτή την καταστροφή όλη η γραμματεία «μικρή σημασία έχει» και «ούτε σε νοιάζει». «Εξυπνα τα σχόλια, ωραίες οι εικονογραφήσεις, άξιος ο καρδινάλιος Σφόρτσα /αλλά σήμερα είναι Τρίτη, 10 Αυγούστου του 2010, κι εσύ βρίσκεσαι στην Τήνο, /όχι στο Μιλάνο του Quattrocento, και η καρδιά σου είναι βαριά σαν πέτρα /και θα 'θελες κάποιος να την πιάσει στα χέρια του και να την πετάξει /στη θάλασσα, να πάει κατευθείαν στον πάτο. Τώρα». Το ποίημα μπροστά σ' αυτή την πάλλουσα σάρκα αυτής της καρδιάς γίνεται ένα ανεκπλήρωτο σημείο, το ίδιο το ασύμπτωτο του κόσμου, η αδύνατη μορφή του. Ένα ίχνος βουβό που ανθίσταται, όχι μόνο στις αναπαραστάσεις του, αλλά και σ' αυτή ακόμη την εγγραφή του. Είναι αυτό το «βουβό στοιχείο του κόσμου» (Adorno), που καθίσταται τώρα κι η μυστική του συνείδηση, το σιωπηλό του ρίγος, η λευκότητα μιας φωνής που δεσμεύει τον ποιητή στα βουβά σημεία της γλώσσας, στον μοναδικό τρόπο της κοσμικής του απόσυρσης. «Και η Άνοιξη τράβηξε επιτέλους τις κουρτίνες /και φάνηκαν πίσω απ' το τζάμι οι ανθισμένες λεμονιές - /"πίσω απ' το τζάμι" είπα...». Απ' αυτή την πλευρά όπου ο κόσμος πάντα θα επιστρέφει. Όμως το ποίημα «είναι τώρα εδώ, /κάθεται δίπλα σου... Που σημαίνει ότι». Τι σημαίνει το ποίημα; Τι άλλο μπορεί ακόμη να σημαίνει; Ένας στίχος μόνο, ένας ακόμη, μια λέξη, ακόμη μια λέξη, ακόμη λίγο... κι αυτή μαζί η αδύνατη υπογραφή: «Ο Βλαβιανός. Ποιος;».

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 18.6.2011

Σάββατο 14 Ιουλίου 2018

Οι κρυπτωνυμίες της γραφής



Χάρης Βλαβιανός, Χρήστος Χρυσόπουλος
Διπλό όνειρο της γραφής
Εκδόσεις Πατάκης

Πως γράφεται ένα βιβλίο από κοινού; Πως συντονίζονται και συνεργάζονται δυο σκέψεις πάνω στο σχέδιο μιας γραφής; Το «Διπλό όνειρο της γραφής» είναι ένα σχετικό εγχείρημα. Η από κοινού χειρονομία του ποιητή Χάρη Βλαβιανού και του πεζογράφου Χρήστου Χρυσόπουλου, να προσυπογράψουν έναν θραυσματικό κείμενο πάνω σ’ αυτό το θαμπό ίχνος της γραφής. Μια από-καλυπτική «συνομιλία» που διατρέχει όλη την κλίμακα της λογοτεχνίας, από την οντολογία της γραφής της, τις κρυπτωνυμίες και τις αναφορικές της καταβολές, κειμενικές πάντα παρά ζωικές, έως αυτή την πανουργία του συγγραφέα, την κατάκτηση του ύφους του και την αμφίσημη σχέση του με την πραγματικότητα και την εποχή του. Μια διπλή υπογραφή που αφήνει στις σελίδες της έναν μονοφωνικό λόγο, μια περιπλανώμενη ενικότητα, που εγείρει όμως κι άλλες φωνές κι άλλες υπογραφές, ένα πολυφωνικό, εν τέλει, λόγο, ένα διαλογικό, διακειμενικό κείμενο, αυτό το ιερό καθεστώς της συνυπογραφής, να συνυπογράφεις τον συσσωρευμένο απόθεμα, να χειρονομείς σ’ αυτό το παλίμψηστο σώμα της γραφής και όπου παρά τις συνυπογραφές του αυτό να μένει πάντα ενικό και ανοίκειο.

«0.0
«Σε τι χρησιμεύει να λογομαχούμε με το μηδέν;» (Εμίλ Σιοράν).
0.1
«Το ζήτημα με το μηδέν είναι ότι αποδυκνείεται άχρηστο στην καθημερινή ζωή. Κανείς δεν βγαίνει στην αγορά να αγοράσει μηδέν ψάρια. Είναι κατά καποιον τρόπο το πιο καλλιεργημένο απ’ όλα τα σημεία – η χρήση του έγινε αναγκαία από τις αφηρημένες έννοιες της σκέψης» (Άλφρεντ Νορθ Γουατχεντ).
0.1.1
«Το μηδέν είναι το πιο εκλεπτυσμένο και υπέροχο καταφύγιο του πνεύματος – σχεδόν ένα αμφίβιο ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία» (Γκοτφριντ Λάιμπνιτς)
0.1.2
«Σε μια αξιωματικά οργανωμένη θεωρία θα υφίσταται πάντα ορισμένες προτάσεις, οι οπόιες δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς ή ψευδείς χρησιμοποιώντας τους κανόνες και τα αξιώματα της ίδιας της θεωρίας» (Κουρτ Γκαίντελ, 1ο Θεώρημα της Μη Πληρότητας)
0.2
Κάθε λόγος είναι εγκλωβισμένος μέσα στην αυξομείωση των βαθμών: «Γράφω». Αυτός είναι ο πρώτος βαθμός.
0.2.1
Κατόπιν: «Γράφω ότι γράφω». Αυτός είναι ο δεύτερος βαθμός.
0.2.2
Μα πριν απ’ τη γραφή, ο «βαθμός μηδέν» της γραφής: η γραφή που είναι πάντοτε ήδη παρούσα.»

Όταν μιλάς για την γραφή αναγκαστικά ξεκινάς τις σκέψεις σου απ’ το μηδέν, το μηδέν που αριθμεί και το πρώτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου. Αυτή η μηδενική θέση της γραφής πάνω στο σώμα του Πραγματικού, το μετέωρο ίχνος της.  Μια γραφή που γίνεται η ανάμνηση του εαυτού της, η πιο αδύνατη εκφορά του Είναι της. Η  σκηνή της έκλειψης του κόσμου αλλά και η «πανούργα» μαζί δεξίωση της απουσίας του. Παραφράζοντας μάλιστα μια ρήση του Μπαρτ, που ακούγεται, κι όταν δεν ακούγεται, μέσα στο βιβλίο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η λογοτεχνία αντιγράφει αυτό που είναι ήδη απωλεσμένο. Ό, τι απομένει είναι η διακειμενικότητα, αυτό το συμπαντικό στερέωμα της γραφής, όπως αυτός ο διάφανος ορίζοντας της θάλασσας που συνέχει και διεγείρει πάντα, όλα τα τοπία της Ντυράς. Είναι αυτή η «παραβατικότητα της λογοτεχνίας», η ομιλούσα σιωπή του κόσμου, το κατοπτρικό του ίχνος, η επιστροφή των εξαρνημένων του λέξεων, το αδύνατο ίχνος τους επί χάρτου. «Ο χώρος της λογοτεχνίας», έλεγε ο Μπλανσό «είναι ο χώρος της καταστροφής», «το τέλειο έγκλημα» του Μπωντριγιάρ.  

«10.1
Λέμε (ακολουθώντας πάλι τα χνάρια του Έλιοτ): «Ο ποιητής πρέπει να είναι πορτοφολάς, όχι διαρρήκτης» και αμέσως κατανοούμε ότι εδώ υπονοείται μια θεωρία της λογοτεχνίας.
10.1.1
Η γραφή (τώρα που δεν τίθεται πια ζήτημα πρωτοτυπίας) συχνά παρομοιάζεται με κάποιο έγκλημα ή παρεκτροπή. Είναι: κλοπή, αντιγραφή, απάτη, τυμβωρυχία, πλαστοπροσωπία, ψευδομαρτυρία κλπ.
10.1.2
Αντιστοίχως οι συγγραφείς καθίσταται: κλέφτες, αντιγραφείς, απατεώνες, τυμβωρύχοι, υποκριτές, ψευδομάρτυρες κλπ.
10.1.2.1
Όπως λέει και ο Γέητς στον Ερημίτη του: ‘Είμαστε όλοι καταδικασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα’».

Η λογοτεχνική γλώσσα δεν είναι έτσι μια θριαμβεύουσα γλώσσα, μια αποκαλυπτική συν-κίνηση, αλλά μια αληθινή απορία, μια επιδεινούμενη κρίση. Θεμέλιο του έργου δεν είναι το κυρίαρχο νόημα του, αλλά αυτό το απορημένο Είναι του δημιουργού του. Δεν είναι έτσι η «ανάγκη για γράψιμο» που γεννά το έργο, ούτε το ταλέντο του δημιουργού του, αλλά ούτε κι’ αυτή η ακριβή επίσκεψη της έμπνευσης, «η Μούσα έχει πάψει να κάνει ‘κατ’ οίκον επισκέψεις’», αλλά αυτός ο προγενέστερος Άλλος, ο ήδη παραδεδομένος λόγος, οι προδιαθέσιμες λέξεις του, προδιαθέσιμες ήδη στο ανείπωτο, αυτή η διαρκής τους συσσώρευση, η γονιμότητα τους, η επαναδιέγερσή τους. Ο συγγραφέας έτσι παραδίδεται στην κυριαρχία αυτού του πρότερου λόγου, τον αποδέχεται, τον δαπανά, τον μεταθέτει, τον εκμεταλλεύεται ανενδοίαστα. Η λογοτεχνία ως ένας ενεργοπαθητικός ερωτισμός. Αφήνομαι να ενεργήσω πάνω σου. Ένα έργο πάντοτε εν εξελίξει, κυριολεκτικά ελευσόμενο. Ένα «Είναι» ανιστορημένο στην διάρκεια αυτής της καταγωγικής του Απορίας. Γι’ αυτό και η «αλήθεια» του, θα είναι πάντα και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο του, αυτή ακριβώς η δι-αφάνεια του νοήματός του, το «σιωπηλό του κενό», [Μπλανσό].

«18.1
Θέση πρώτη: «Δεν υπάρχει έργο που να μην στρέφεται κατά του αυτουργού του» (Εμίλ Σιοράν).
18.1.1
Το ποίημα θα συντρίψει το ποιητή
18.1.2
Το σύστημα, τον φιλόσοφο.
18.1.3
Η πράξη, τον άνθρωπο της δράσης.
18.1.4
Καθετί που πριν θεωρούνταν χρήσιμο ή ωραίο, φαντάζει ξαφνικά περιττό και άχρηστο και καταστρέφεται χωρίς ενδοιασμό.»

Η γραφή είναι ο «εχθρός του ποιητή». Υπονομεύει τον δημιουργό της και το έργο του. Τους εξωθεί και τους δύο στις ακρώρειες μιας τελικής διακινδύνευσης. Είναι αυτός ο κενός πυρήνας του έργου, το αδιατάρακτο σημείο του, ό, τι έχει κατανοηθεί, έστω και λανθασμένα, ως η μοναξιά του ποιητή. Είναι το έργο που κλείνει μέσα του την απουσία, την απουσία και αυτού του ίδιου του δημιουργού του, όταν αυτός προσέρχεται σ’ αυτό για να καταφύγει στον εαυτό του και βιώνει εκεί την πιο οριακή του μοναξιά. Αυτή ακριβώς η απουσία του έργου που καθίσταται πλέον και η αιώνια ουσία του. Η γραφή έτσι δεν είναι η α-λήθεια του κόσμου αλλά η λήθη του, η εκτροπή του στη σκηνή της σαγήνης. Είμαστε ήδη όμως στο εσωτερικό των πραγμάτων, στη μέσα όψη του κόσμου. Η σκηνή της σαγήνης γίνεται έτσι η σκηνή του θανάτου. Έχει δίκιο η Κρίστεβα: «όποιος έρχεται αντιμέτωπος με την λογοτεχνία κινδυνεύει να μείνει στον τόπο».

«30.2
Αυτές οι σκέψεις είναι το ίχνος του μολυβιού.
30.3
Οι σκέψεις το ίχνος του μολυβιού.
30.4
Το ίχνος του μολυβιού,
30.5
Του μολυβιού.»

Εν τούτοις ο συγγραφέας γράφει, γράφει αυτό το «ίχνος του μολυβιού», όταν το άλλο χέρι, το χέρι που δεν γράφει, όπως λέει ο Μπλανσό, πετά το μολύβι που γράφει και μένει μόνο του αυτό το ίχνος του μολυβιού, στη μοναξιά όμως τώρα της αφαίρεσης του, της αφαίρεσης του απ’ αυτή την ατέρμονη κυκλοφορία του λόγου. Μένει  το ίχνος μόνο αυτής της αποσπασματικής του καθήλωσης, στη συγκεκριμένη, ατελή και αναμένουσα δομή του βιβλίου.

Πρώτη δημοσίευση: Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 16.10.2010.


Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Η ανεκπλήρωτη γλώσσα



Διακοπές στην πραγματικότητα
Χάρης Βλαβιανός
Εκδόσεις Πατάκη

Ένας φθινοπωρινός άνεμος ανοίγει τα φύλλα του τελευταίου βιβλίου του Χάρη Βλαβιανού, «Διακοπές στην πραγματικότητα». Ένας άνεμος που αφήνει στο κεφαλόσκαλο του πέτρινου σπιτιού, το «φύλλο της πραγματικότητας». Ένα ανησυχαστικό σημάδι στην ασφάλεια αυτού του  καταγωγικού σκηνικού που το εγείρουν οι λέξεις, εύθραυστες πάντα στον όποιον άνεμο. Γιατί αυτή είναι η θέση του ποιητή, μια θέση ανυπόφορη: «Όπου και να σταθείς το ίδιο αφόρητο σκηνικό / η ομορφιά σωρεύει γύρω σου / εικόνες και λέξεις φθαρμένες…», «λέξεις κάθιδρες και εξαντλημένες», λέξεις που αναγγέλλουν τη σιωπή τους.  Τι άλλο;
Η ποιητική γλώσσα δεν είναι η γλώσσα του κόσμου, η γλώσσα του νοήματος, αλλά αυτή η ανοησία του κόσμου, το κενό των αναπαραστάσεών του. Είναι μια γλώσσα που έρχεται από αλλού, απ Έξω, θα έλεγε ο Φουκώ, και μεταγγίζει κάτι απ’ την κενότητα του. Μία ενόραση που πυρπολεί τον κόσμο, όλα τα δάση των σημαινόντων του, που ενσπείρει τη σιωπή, τη σιγή του κόσμου, την απόσυρσή του. Η γραφή μεταγράφει τον κόσμο, απομυζεί την ουσία του και εγγυάται την ακύρωσή του. Κάθε λέξη είναι κι ένας κοσμικός θάνατος, κάθε ονοματοδοσία και μια απώλεια του πραγματικού. Το παράθυρο αυτού του δωματίου είναι και το φίλτρο της ποίησης, ο πίνακας των μυστικών της συνδέσεων. Ο κόσμος όλος γίνεται μια ανάμνηση, ένα παιγνίδισμα σκιών. «Παρατήρησε με προσοχή / τα αντικείμενα που σε περιβάλλουν / (λουλούδια, βιβλία, φωτογραφίες), / παρατήρησε τα / καθώς αιωρούνται νωχελικά / μέσα στη μεταφυσική τους αθωότητα. / Δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχουν…» μπροστά σ αυτή την αποπραγμοποίηση των πραγμάτων η ποιητική γραφή γίνεται ένα σημείο αποχωρισμού. Ο ποιητής δείχνει το πράγμα με τη λέξη και το πράγμα έχει γίνει ήδη η λέξη. «Αφού είναι Μάιος / γιατί τα δέντρα γύρω μου είναι γυμνά;» Η μη ταύτιση της λέξης με τον κόσμο. Ένα παράλληλο σύμπαν. Ένα κατοπτρικό σημείο όπου το είδωλο του κόσμου απολύει τη ζωτική του ουσία, την καταγωγική του αναφορά και μετεωρίζεται σ αυτό το άπειρο των κατοπτρισμών του. Γι’ αυτό και το ποίημα εν τέλει μένει μια ανεκπλήρωτη γλώσσα, μια αδύναμη σιωπή. «Να το! Κοίτα! / Ποιο; Που;» Στο δώμα της γραφής οι σκιές των πραγμάτων είναι ανεντόπιστες, έξω από τα σχήματα που τις προβάλλουν. Σκιές που δεν έρχονται απ έξω αλλά απ το Έξω, το Έξω του κόσμου, απ’ το αόρατο και το ανείπωτο που τον διαπερνά. «Ένα άλλο βέλος ακολουθεί πάντα το βέλος του Ζήνωνα: / αυτό που το διαπερνά και το σχίζει στα δύο». Ένας διπλασιασμός που δεν επαυξάνει αλλά ακυρώνει τον κόσμο. Το ποίημα υπο-μένει αυτή την απώλεια, το κενό των αναπαραστάσεών της. Μια κενότητα που διαχέεται σε όλη την κλίμακα του Λόγου, σε όλον τον πυρήνα της Αλήθειάς του. Οι λέξεις πια δεν έλκουν τις καταγωγές τους, οι λέξεις Είναι. Γεννήματα της γλώσσας, αντιγραφές του κόσμου, αυτή η «έρημος του πραγματικού», (Zizek). «Στην άκρη του γυμνού δωματίου ένα φέρετρο. / Ένα φέρετρο στην άκρη του γυμνού δωματίου. / ένα φέρετρο. / Στην άκρη. / Του γυμνού δωματίου». Ότι αφήνει πίσω της αυτή η άμπωτης των λέξεων: γυμνές, παγωμένες μορφές, αυτόπτες μάρτυρες της κοσμικής εξαφάνισης. Υπάρξεις μιας αδιάφορης ανωνυμίας, που δεν ανταποκρίνονται στις επίγειες εκκλήσεις. Οι αναπαραστάσεις τους δεν επενδύουν αλλά εκθέτουν τον κόσμο, τον εκθέτουν στη γυμνότητά του, στον ξενικό ορίζοντα μιας συνθήκης, μιας γλωσσικής συνθήκης, που καθιστά το πραγματικό μια λανθάνουσα ανάμνηση, μιαν ανυπόφορη προοπτική. «Έχεις δίκιο: είμαι ένας ακρωτηριασμένος / που εξακολουθεί να του πονάει το κομμένο του χέρι». Η απώλεια και η επανεύρεση του πραγματικού μέσα στο ποίημα είναι η πλάνη της γραφής, η χαριστική της βολή. Όσο κι αν το ποίημα θέλει τη πραγματικότητα να συνηγορεί στην τελείωσή του, αυτή πάντα θα του διαφεύγει κι αυτή η απώλεια θα είναι κι η καταγωγική του συνθήκη. Στο ποίημα «Λευκές νύχτες του Τολστόι», διαβάζουμε τα τελευταία του λόγια: «Εξαιτίας της / η ψυχή μου θα βασανίζεται στην Κόλαση / μαζί με αυτήν της Άννας». Ο Τολστόι εγκαταλείπεται στην επινοημένη του ηρωίδα. Όπως ακριβώς αυτοσυστηνόταν ο Φλωμπέρ στα παρισινά καφέ: «Είμαι η Μαντάμ Μποβαρύ». «Πεθαίνει», ο ποιητής Γέητς, «το 1939 στη Γαλλία. Στο πλευρό του βρίσκονται η Τζόρτζι και η φίλη του Λαίδη Ντόροθυ Γουέλσλεϋ». Ο ίδιος πάντως, λίγο πριν κλείσει τα μάτια, είδε ¨δεκάδες πνεύματα και όμορφες Ιρλανδές νεράιδες¨ να τον καλούν κοντά τους». Ο ποιητής ενώ πρώτα παρέδωσε όλον τον κόσμο στον αφανισμό του τώρα καταδύεται κι αυτός, ως ο τελευταίος άνθρωπος, στα μαύρα νερά και της δικής του εξαφάνισης. Αφήνεται μόνος και ανίσχυρος στους οικείους του αναδιπλασιασμούς. «Σ’ ένα παρόν επιτελούς δικό σου, / παρόν υπαρκτό, / όχι επινοημένο / για τις ανάγκες άλλης μιας προβλέψιμης μεταφοράς, / τη βλέπεις να έρχεται / με σταθερό βήμα προς το μέρος σου./ Μπορείς πάλι να προφέρεις τ’ όνομα της, / ν’ απλώσεις το χέρι να την αγγίξεις, / να εγκαταλείψεις το ποίημα στην αυτάρεσκη σιωπή του- / ν’ αρχίσεις να ζεις». Ματαίως. Το όνομα της δεν θα προφερθεί ποτέ. Το ποίημα θα’ χει φροντίσει γι’ αυτό. «Ανάμεσα στην τέχνη και τον κόσμο», παρότρυνε φιλάνθρωπα ο Κάφκα, «πάρε το μέρος του κόσμου». Δεν το πήρε.

Πρώτη δημοσίευση: Η Αυγή, 7.7.2009